notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Κάποτε στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης

slider_image
18-05-2022

Γράφει ο Δημοσθένης Α. Ματάλας: Δικηγόρος, πρώην Δήμαρχος Σπαρτιατών, Μαθητής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης στις σχολικές περιόδους από 1950 έως και 1955

Αυτό το ταπεινό μου πόνημα αφιερώνεται στη μνήμη των Δασκάλων μου στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης: Του Χαράλαμπου και της Αικατερίνης Μέγγου, του Κωνσταντίνου και της Μαρίας Βουκίδη, της Δήμητρας Στριλάκου, του Γιώργου Βενετσανάκου και του Δημητρίου Φιλιππόπουλου. Είναι ο οφειλόμενος ελάχιστος φόρος τιμής στους ανθρώπους που σε δύσκολες εποχές και ανώμαλες καταστάσεις, με γλίσχρα μέσα, διαθέτοντας όμως την ψυχική δύναμη την θέληση και το κουράγιο έδιναν σκληρό αγώνα για να μας μάθουν γράμματα. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκονται.

Εκνευρισμένος για μία ακόμα φορά, τρίτη κατά σειρά, που δεν κατάφερε να παρκάρει στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πλησίον της Τράπεζας Πειραιώς, και με κίνδυνο να καθυστερήσει στο ραντεβού του, εγκατάλειψε την προσπάθεια αναζητώντας πλέον θέση σε οποιοδήποτε σημείο της Λεωφόρου. Τελικά στο τέρμα της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου λίγο πριν από το δημοτικό στάδιο κατόρθωσε να στριμώξει το αυτοκίνητό του ανάμεσα σε δύο άλλα. Το κλείδωσε και με τα πόδια κατευθύνθηκε προς την Τράπεζα, στο άλλο άκρο της Λεωφόρου. Δεν είχε προλάβει να κάνει δύο βήματα όταν τον σταμάτησε ο ήχος από ένα ηλεκτρικό κουδούνι. Κοιτάζοντας γύρω του διαπίστωσε πώς είχε παρκάρει μπροστά από το 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης. Στο Σχολείο του. Με το άκουσμα του κουδουνιού ένα σμάρι από παιδόπουλα ξεχύθηκαν στο προαύλιο του σχολείου τιτιβίζοντας σαν ανοιξιάτικα χελιδόνια που μπαινόβγαιναν μέσα στη φωλιά τους. Τελικά είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που επισκέφθηκε το σχολείο προσκεκλημένος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων. Με ικανοποίηση διαπίστωσε πως το κυρίως κτίριο ήταν ανακαινισμένο και φρεσκοβαμμένο.

Εξακολουθώντας να παρακολουθεί το πολύχρωμο πλήθος των αγοριών και των κοριτσιών να παίζουν στο προαύλιο, έφερε στο μυαλό του το ίδιο σκηνικό πολλά πολλά χρόνια πίσω στην δική του παιδική ηλικία και η μνήμη του κάνοντας ένα μεγάλο flash back τον οδήγησε κάπου στο βάθος της Λεωφόρου με τους φοίνικες, την Λεωφόρο Κ. Παλαιολόγου. Εκεί διέκρινε τον πατέρα του να τον κρατάει σφιχτά από το χέρι και να τον οδηγεί, σχεδόν με το ζόρι, προς την είσοδο του σχολείου. Κι αυτός με την αγωνία ζωγραφισμένη έντονα στον παιδικό του πρόσωπο να τον ακολουθεί εκών άκων. Ήταν τέλη του Σεπτέμβρη του 1949 και ήταν η πρώτη του επαφή με το τον σχολειό του, το 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης, όπως πληροφορούσε τους περαστικούς η μεγάλη πινακίδα με την ονομασία που ήταν τοποθετημένη στη μετώπη της πρόσοψης του κτιρίου.

Από μέρες ο πατέρας του προσπαθούσε να τού διασκεδάσει την έντονη αγωνία του για την πρώτη του μέρα στο σχολείο και για τον αποχωρισμό για πρώτη φορά από το οικογενειακό του περιβάλλον και από τους γονείς του.

Και τι δεν του είπε για να τον ηρεμήσει και να καταλαγιάσει τους φόβους του. Αποβραδίς προσπάθησε να τον προετοιμάσει για την αυριανή πρώτη του μέρα στο σχολείο. Του μίλησε για τους καινούργιους φίλους που θα αποκτούσε στο σχολείο και ακόμη για τα παιχνίδια που θα έπαιζαν την ώρα διαλείμματος. Μάταιη όμως η πατρική προσπάθεια με αποτέλεσμα όλο το βράδυ να μείνει άυπνος κοιτάζοντας με ορθάνοικτα τα παιδικά του μάτια το ταβάνι του δωματίου.

Το πρωί κρατώντας το χέρι του πατέρα του προσπαθούσε με βήμα σχεδόν σημειωτόν, να καθυστερήσει την άφιξη του στο σχολείο. Και όταν διέσχισαν την Λεωφόρο με τους φοίνικες και διέκρινε από μακριά το επιβλητικό κτίριο του 2ου Δημοτικού του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Πλησιάζοντας την εξώπορτα του σχολείου η αγωνία του όλο και μεγάλωνε. Γύρισε και κοίταξε παρακλητικά τον πατέρα του νομίζοντας ότι έτσι, ίσως να τον έπειθε να κάνουν μεταβολή και να γυρίσουν στο σπίτι. Άδικος ο κόπος όμως. Στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πόρτα του προαυλίου ειδοποιημένος προφανώς από τον πατέρα του, τους περίμενε ο Διευθυντής του σχολείου. Τους χαιρέτησε εγκάρδια και πιάνοντας από το άλλο χέρι το «πρωτάκι» (έτσι τον απεκάλεσε) διάβηκαν την εξώπορτα του σχολείου.

Ο Διευθυντής τραβώντας τον από το χέρι τον ανέβασε στο προαύλιο του σχολείου και διαπιστώνοντας την αγωνία του, προσπάθησε να τον ηρεμήσει κάνοντας του μία μικρή ξενάγηση του χώρου και αναφέροντας του τις σχολικές δραστηριότητες, από τις καθημερινές (μαθήματα και παιγνίδια), μέχρι τον κυριακάτικο εκκλησιασμό και τις εκδρομές στα περίχωρα της πόλης. Και η διευθυντική ξενάγηση συνεχίστηκε επισημαίνοντας στον φοβισμένο πιτσιρικά πως ο χώρος ήταν επιβλητικός και δεν είχε καμία σχέση με τα υπόλοιπα σχολεία της πόλης. «Θα πρέπει λοιπόν να είσαι περήφανος που θα πηγαίνεις σε ένα τέτοιο σχολείο», αποφάνθηκε ο Διευθυντής και απτόητος συνέχισε την απαρίθμηση των πλεονεκτημάτων του Σχολείου. Το κτίριο κατασκευασμένο το 1932 φάνταζε πελώριο επισκιάζοντας όλα τα κτίσματα της περιοχής και το προαύλιο του ήταν πάρα πολύ μεγάλο και με άνεση υποδεχόταν τα παιδιά του σχολείου στα διαλείμματα. Κάπου στο βάθος του προαύλιου ένα μικρό κτίσμα στην πρόσοψη του οποίου είχαν τοποθετηθεί βρύσες, εξυπηρετούσε τις ανάγκες των παιδιών για καθαριότητα.

Την ξενάγηση διέκοψε ένα δυνατό κουδούνισμα. Ξαφνιασμένος έσφιξε το χέρι του Διευθυντή και γυρνώντας προς το μέρος από όπου ερχόταν ο ήχος αντίκρισε στο κεφαλόσκαλο του ισογείου μια μαυροφορεμένη γυναίκα να κρατά στο χέρι της ένα μεγάλο κουδούνι και με επιδεξιότητα να το κινεί δεξιά και αριστερά προκαλώντας το ηχηρό κουδούνισμα που τον ξάφνιασε. «Η επιστάτρια του σχολείου, η κυρά Ελένη», εξήγησε ο Διευθυντής και πριν προλάβει να συνεχίσει, από την ανοιχτή πόρτα του κτιρίου ένα τσούρμο παιδιά ξεχύθηκαν κατεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλιά και το στρώσανε στο παιχνίδι. «Είναι το πρώτο διάλειμμα της ημέρας», εξήγησε και πάλι ο Διευθυντής και αποχαιρετώντας τον πατέρα, έγνεψε στον μικρό νεοσύλλεκτο της μάθησης να τον ακολουθήσει μέσα στο σχολείο. Αυτουνού η ματιά όμως προσπαθούσε να ακολουθήσει τη φιγούρα του πατέρα του που όλο και απομακρύνονταν στη Λεωφόρο. Ένιωσε δάκρυα να κυλούν στα μαγουλά του και με το ελεύθερο χέρι του προσπάθησε να τα σκουπίσει. Το κουδούνι της επιστάτριας μετά από λίγα λεπτά ήχησε και πάλι και το μαθητολόι ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μπήκε στο κτίριο. Ακλούθησε κι’ αυτός με διστακτικά βήματα, πιασμένος από το χέρι του Διευθυντή. Ο τελευταίος, όντας έμπειρος εκπαιδευτικός και διαπιστώνοντας πως ο πρωτάρης μαθητής του, εξακολουθούσε να αγωνιά, επιστράτευσε ένα τέχνασμα που συνήθως ενεργούσε καταλυτικά ηρεμώντας τα ανήσυχα «πρωτάκια». Του έδειξε λοιπόν με το δάχτυλο το τέλος του δρόμου, εξηγώντας του ότι εκεί ήταν το γήπεδο της πόλης οπού θα μπορούσε με τους συμμαθητές του να παίζει ποδόσφαιρο. Αυτό ήταν. Κάθε αρνητική για το σχολείο προδιάθεση κάμφθηκε. Ήταν το Στάδιο, που έβλεπε στα όνειρα του να παίζει μπάλα, φορώντας την φανέλα του Παναθηναϊκού. Αφήνοντας στη πάντα δισταγμούς και ανησυχίες, ακολούθησε τον Διευθυντή στο εσωτερικό του κτιρίου.

Αυτή ήταν η πρώτη του μέρα στο σχολείο και το κουδούνι της κυρά Ελένης για έξι ολόκληρα χρόνια θα του κατηύθυνε το μαθητικό του ωράριο και τους ρυθμούς της παιδικής του ζωής. Στο διάστημα αυτό συνδέθηκε με τους δασκάλους του και μοιράστηκε με τους συμμαθητές του χαρές, λύπες, ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις.

Και όταν οι έξι σχολικές χρονιές στο Δημοτικό πέρασαν και ήρθε η ώρα να πάει στο Γυμνάσιο, κρατώντας στο χέρι το απολυτήριο του 2ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης στην εξώπορτα του σχολείου, ένιωσε και πάλι δάκρια να κυλούν στα μάγουλα του, μόνο που τούτη την φορά ήταν δάκρια ευγνωμοσύνης για τους δασκάλους του και για όλους όσοι φρόντισαν μέσα σε τούτο το επιβλητικό κτίριο να τον μάθουν γράμματα και συμπεριφορές. Από τις σκέψεις του τον επανέφερε στην σημερινή πραγματικότητα το ηλεκτρικό κουδούνι, ο σύγχρονος αντικαταστάτης του κουδουνιού της κυρά Ελένης, που καλούσε όλο το πολύχρωμο και φωνακλάδικο παιδομάνι να ανέβει τα σκαλιά για τις αίθουσες. Έριξε μια τελευταία ματιά προς την είσοδο του Σχολείου πριν πάρει τον δρόμο για το άλλο άκρο της Λεωφόρου. Στην μετώπη του κτιρίου η διαχρονική πινακίδα εξακολουθούσε πάντα να πληροφορεί τον διαβάτη πως τούτο το μεγαλοπρεπές κτίριο ήταν το 2ο Δημοτικο Σχολείο Σπάρτης που μέσα από τις αίθουσες του για 90 ολόκληρα χρόνια παρέλασαν γενιές και γενιές Σπαρτιατόπουλα στην προσπάθεια τους να μάθουν γράμματα. Με βιαστικά βήματα συνέχισε την πορεία του προς το κατάστημα της Τράπεζας στην άλλη άκρη της Λεωφόρου με τους φοίνικες, αφήνοντας πίσω του τούτο το κτίριο που μέσα του στεγάζονταν κάμποσες από τις ευτυχισμένες παιδικές του μνήμες.

Φθάνοντας στη διασταύρωση με τη Λεωφόρο των 118 τον σταμάτησε μια σχολική τροχονόμος που είχε διακόψει την κυκλοφορία για να περάσει πεζή μια ομάδα μαθητών που κατευθυνόνταν προς το σχολείο. Στο ένα χέρι της, κρατούσε μια ταμπέλα με την λέξη STOP που την προέτασσε σε πεζούς και τροχοφόρα, εξασφαλίζοντας την προτεραιότητα στη μαθητική ομάδα. Με το άλλο κρατούσε σφιχτά έναν πιτσιρικά δακρυσμένο που φανερά δυσανασχετούσε να την ακολουθήσει. Η εικόνα τον γύρισε 70 χρόνια πίσω.

Το γήπεδο της πόλης ήταν πάντα στο ίδιο μέρος δίπλα από το σχολείο και σκέφθηκε να «χρησιμοποιήσει» το ίδιο κόλπο με τον Διευθυντή για να ηρεμήσει το δύστροπο φοβισμένο μαθητούδι. Από την άλλη όμως σκέφθηκε πως ίσως η τροχονόμος θα αντιδρούσε αρνητικά σε αυτή την αζήτητη παρέμβαση του, κάνοντας τα πράγματα χειρότερα. Έτσι λοιπόν αρκέστηκε με τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, χαμογελώντας, να γνέψει στον πιτσιρικά «κουράγιο» και συνέχισε τον δρόμο του.

Αυτό το ταπεινό μου πόνημα αφιερώνεται στη μνήμη των Δασκάλων μου στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης: Του Χαράλαμπου και της Αικατερίνης Μέγγου, του Κωνσταντίνου και της Μαρίας Βουκίδη, της Δήμητρας Στριλάκου, του Γιώργου Βενετσανάκου και του Δημητρίου Φιλιππόπουλου. Είναι ο οφειλόμενος ελάχιστος φόρος τιμής στους ανθρώπους που σε δύσκολες εποχές και ανώμαλες καταστάσεις, με γλίσχρα μέσα, διαθέτοντας όμως την ψυχική δύναμη την θέληση και το κουράγιο έδιναν σκληρό αγώνα για να μας μάθουν γράμματα. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκονται.

Εκνευρισμένος για μία ακόμα φορά, τρίτη κατά σειρά, που δεν κατάφερε να παρκάρει στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πλησίον της Τράπεζας Πειραιώς, και με κίνδυνο να καθυστερήσει στο ραντεβού του, εγκατάλειψε την προσπάθεια αναζητώντας πλέον θέση σε οποιοδήποτε σημείο της Λεωφόρου. Τελικά στο τέρμα της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου λίγο πριν από το δημοτικό στάδιο κατόρθωσε να στριμώξει το αυτοκίνητό του ανάμεσα σε δύο άλλα. Το κλείδωσε και με τα πόδια κατευθύνθηκε προς την Τράπεζα, στο άλλο άκρο της Λεωφόρου. Δεν είχε προλάβει να κάνει δύο βήματα όταν τον σταμάτησε ο ήχος από ένα ηλεκτρικό κουδούνι. Κοιτάζοντας γύρω του διαπίστωσε πώς είχε παρκάρει μπροστά από το 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης. Στο Σχολείο του. Με το άκουσμα του κουδουνιού ένα σμάρι από παιδόπουλα ξεχύθηκαν στο προαύλιο του σχολείου τιτιβίζοντας σαν ανοιξιάτικα χελιδόνια που μπαινόβγαιναν μέσα στη φωλιά τους. Τελικά είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που επισκέφθηκε το σχολείο προσκεκλημένος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων. Με ικανοποίηση διαπίστωσε πως το κυρίως κτίριο ήταν ανακαινισμένο και φρεσκοβαμμένο.

Εξακολουθώντας να παρακολουθεί το πολύχρωμο πλήθος των αγοριών και των κοριτσιών να παίζουν στο προαύλιο, έφερε στο μυαλό του το ίδιο σκηνικό πολλά πολλά χρόνια πίσω στην δική του παιδική ηλικία και η μνήμη του κάνοντας ένα μεγάλο flash back τον οδήγησε κάπου στο βάθος της Λεωφόρου με τους φοίνικες, την Λεωφόρο Κ. Παλαιολόγου. Εκεί διέκρινε τον πατέρα του να τον κρατάει σφιχτά από το χέρι και να τον οδηγεί, σχεδόν με το ζόρι, προς την είσοδο του σχολείου. Κι αυτός με την αγωνία ζωγραφισμένη έντονα στον παιδικό του πρόσωπο να τον ακολουθεί εκών άκων. Ήταν τέλη του Σεπτέμβρη του 1949 και ήταν η πρώτη του επαφή με το τον σχολειό του, το 2ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης, όπως πληροφορούσε τους περαστικούς η μεγάλη πινακίδα με την ονομασία που ήταν τοποθετημένη στη μετώπη της πρόσοψης του κτιρίου.

Από μέρες ο πατέρας του προσπαθούσε να τού διασκεδάσει την έντονη αγωνία του για την πρώτη του μέρα στο σχολείο και για τον αποχωρισμό για πρώτη φορά από το οικογενειακό του περιβάλλον και από τους γονείς του.

Και τι δεν του είπε για να τον ηρεμήσει και να καταλαγιάσει τους φόβους του. Αποβραδίς προσπάθησε να τον προετοιμάσει για την αυριανή πρώτη του μέρα στο σχολείο. Του μίλησε για τους καινούργιους φίλους που θα αποκτούσε στο σχολείο και ακόμη για τα παιχνίδια που θα έπαιζαν την ώρα διαλείμματος. Μάταιη όμως η πατρική προσπάθεια με αποτέλεσμα όλο το βράδυ να μείνει άυπνος κοιτάζοντας με ορθάνοικτα τα παιδικά του μάτια το ταβάνι του δωματίου.

Το πρωί κρατώντας το χέρι του πατέρα του προσπαθούσε με βήμα σχεδόν σημειωτόν, να καθυστερήσει την άφιξη του στο σχολείο. Και όταν διέσχισαν την Λεωφόρο με τους φοίνικες και διέκρινε από μακριά το επιβλητικό κτίριο του 2ου Δημοτικού του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Πλησιάζοντας την εξώπορτα του σχολείου η αγωνία του όλο και μεγάλωνε. Γύρισε και κοίταξε παρακλητικά τον πατέρα του νομίζοντας ότι έτσι, ίσως να τον έπειθε να κάνουν μεταβολή και να γυρίσουν στο σπίτι. Άδικος ο κόπος όμως. Στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πόρτα του προαυλίου ειδοποιημένος προφανώς από τον πατέρα του, τους περίμενε ο Διευθυντής του σχολείου. Τους χαιρέτησε εγκάρδια και πιάνοντας από το άλλο χέρι το «πρωτάκι» (έτσι τον απεκάλεσε) διάβηκαν την εξώπορτα του σχολείου.

Ο Διευθυντής τραβώντας τον από το χέρι τον ανέβασε στο προαύλιο του σχολείου και διαπιστώνοντας την αγωνία του, προσπάθησε να τον ηρεμήσει κάνοντας του μία μικρή ξενάγηση του χώρου και αναφέροντας του τις σχολικές δραστηριότητες, από τις καθημερινές (μαθήματα και παιγνίδια), μέχρι τον κυριακάτικο εκκλησιασμό και τις εκδρομές στα περίχωρα της πόλης. Και η διευθυντική ξενάγηση συνεχίστηκε επισημαίνοντας στον φοβισμένο πιτσιρικά πως ο χώρος ήταν επιβλητικός και δεν είχε καμία σχέση με τα υπόλοιπα σχολεία της πόλης. «Θα πρέπει λοιπόν να είσαι περήφανος που θα πηγαίνεις σε ένα τέτοιο σχολείο», αποφάνθηκε ο Διευθυντής και απτόητος συνέχισε την απαρίθμηση των πλεονεκτημάτων του Σχολείου. Το κτίριο κατασκευασμένο το 1932 φάνταζε πελώριο επισκιάζοντας όλα τα κτίσματα της περιοχής και το προαύλιο του ήταν πάρα πολύ μεγάλο και με άνεση υποδεχόταν τα παιδιά του σχολείου στα διαλείμματα. Κάπου στο βάθος του προαύλιου ένα μικρό κτίσμα στην πρόσοψη του οποίου είχαν τοποθετηθεί βρύσες, εξυπηρετούσε τις ανάγκες των παιδιών για καθαριότητα.

Την ξενάγηση διέκοψε ένα δυνατό κουδούνισμα. Ξαφνιασμένος έσφιξε το χέρι του Διευθυντή και γυρνώντας προς το μέρος από όπου ερχόταν ο ήχος αντίκρισε στο κεφαλόσκαλο του ισογείου μια μαυροφορεμένη γυναίκα να κρατά στο χέρι της ένα μεγάλο κουδούνι και με επιδεξιότητα να το κινεί δεξιά και αριστερά προκαλώντας το ηχηρό κουδούνισμα που τον ξάφνιασε. «Η επιστάτρια του σχολείου, η κυρά Ελένη», εξήγησε ο Διευθυντής και πριν προλάβει να συνεχίσει, από την ανοιχτή πόρτα του κτιρίου ένα τσούρμο παιδιά ξεχύθηκαν κατεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλιά και το στρώσανε στο παιχνίδι. «Είναι το πρώτο διάλειμμα της ημέρας», εξήγησε και πάλι ο Διευθυντής και αποχαιρετώντας τον πατέρα, έγνεψε στον μικρό νεοσύλλεκτο της μάθησης να τον ακολουθήσει μέσα στο σχολείο. Αυτουνού η ματιά όμως προσπαθούσε να ακολουθήσει τη φιγούρα του πατέρα του που όλο και απομακρύνονταν στη Λεωφόρο. Ένιωσε δάκρυα να κυλούν στα μαγουλά του και με το ελεύθερο χέρι του προσπάθησε να τα σκουπίσει. Το κουδούνι της επιστάτριας μετά από λίγα λεπτά ήχησε και πάλι και το μαθητολόι ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μπήκε στο κτίριο. Ακλούθησε κι’ αυτός με διστακτικά βήματα, πιασμένος από το χέρι του Διευθυντή. Ο τελευταίος, όντας έμπειρος εκπαιδευτικός και διαπιστώνοντας πως ο πρωτάρης μαθητής του, εξακολουθούσε να αγωνιά, επιστράτευσε ένα τέχνασμα που συνήθως ενεργούσε καταλυτικά ηρεμώντας τα ανήσυχα «πρωτάκια». Του έδειξε λοιπόν με το δάχτυλο το τέλος του δρόμου, εξηγώντας του ότι εκεί ήταν το γήπεδο της πόλης οπού θα μπορούσε με τους συμμαθητές του να παίζει ποδόσφαιρο. Αυτό ήταν. Κάθε αρνητική για το σχολείο προδιάθεση κάμφθηκε. Ήταν το Στάδιο, που έβλεπε στα όνειρα του να παίζει μπάλα, φορώντας την φανέλα του Παναθηναϊκού. Αφήνοντας στη πάντα δισταγμούς και ανησυχίες, ακολούθησε τον Διευθυντή στο εσωτερικό του κτιρίου.

Αυτή ήταν η πρώτη του μέρα στο σχολείο και το κουδούνι της κυρά Ελένης για έξι ολόκληρα χρόνια θα του κατηύθυνε το μαθητικό του ωράριο και τους ρυθμούς της παιδικής του ζωής. Στο διάστημα αυτό συνδέθηκε με τους δασκάλους του και μοιράστηκε με τους συμμαθητές του χαρές, λύπες, ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις.

Και όταν οι έξι σχολικές χρονιές στο Δημοτικό πέρασαν και ήρθε η ώρα να πάει στο Γυμνάσιο, κρατώντας στο χέρι το απολυτήριο του 2ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης στην εξώπορτα του σχολείου, ένιωσε και πάλι δάκρια να κυλούν στα μάγουλα του, μόνο που τούτη την φορά ήταν δάκρια ευγνωμοσύνης για τους δασκάλους του και για όλους όσοι φρόντισαν μέσα σε τούτο το επιβλητικό κτίριο να τον μάθουν γράμματα και συμπεριφορές. Από τις σκέψεις του τον επανέφερε στην σημερινή πραγματικότητα το ηλεκτρικό κουδούνι, ο σύγχρονος αντικαταστάτης του κουδουνιού της κυρά Ελένης, που καλούσε όλο το πολύχρωμο και φωνακλάδικο παιδομάνι να ανέβει τα σκαλιά για τις αίθουσες. Έριξε μια τελευταία ματιά προς την είσοδο του Σχολείου πριν πάρει τον δρόμο για το άλλο άκρο της Λεωφόρου. Στην μετώπη του κτιρίου η διαχρονική πινακίδα εξακολουθούσε πάντα να πληροφορεί τον διαβάτη πως τούτο το μεγαλοπρεπές κτίριο ήταν το 2ο Δημοτικο Σχολείο Σπάρτης που μέσα από τις αίθουσες του για 90 ολόκληρα χρόνια παρέλασαν γενιές και γενιές Σπαρτιατόπουλα στην προσπάθεια τους να μάθουν γράμματα. Με βιαστικά βήματα συνέχισε την πορεία του προς το κατάστημα της Τράπεζας στην άλλη άκρη της Λεωφόρου με τους φοίνικες, αφήνοντας πίσω του τούτο το κτίριο που μέσα του στεγάζονταν κάμποσες από τις ευτυχισμένες παιδικές του μνήμες.

Φθάνοντας στη διασταύρωση με τη Λεωφόρο των 118 τον σταμάτησε μια σχολική τροχονόμος που είχε διακόψει την κυκλοφορία για να περάσει πεζή μια ομάδα μαθητών που κατευθυνόνταν προς το σχολείο. Στο ένα χέρι της, κρατούσε μια ταμπέλα με την λέξη STOP που την προέτασσε σε πεζούς και τροχοφόρα, εξασφαλίζοντας την προτεραιότητα στη μαθητική ομάδα. Με το άλλο κρατούσε σφιχτά έναν πιτσιρικά δακρυσμένο που φανερά δυσανασχετούσε να την ακολουθήσει. Η εικόνα τον γύρισε 70 χρόνια πίσω.

Το γήπεδο της πόλης ήταν πάντα στο ίδιο μέρος δίπλα από το σχολείο και σκέφθηκε να «χρησιμοποιήσει» το ίδιο κόλπο με τον Διευθυντή για να ηρεμήσει το δύστροπο φοβισμένο μαθητούδι. Από την άλλη όμως σκέφθηκε πως ίσως η τροχονόμος θα αντιδρούσε αρνητικά σε αυτή την αζήτητη παρέμβαση του, κάνοντας τα πράγματα χειρότερα. Έτσι λοιπόν αρκέστηκε με τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, χαμογελώντας, να γνέψει στον πιτσιρικά «κουράγιο» και συνέχισε τον δρόμο του.

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
30-05-2022

Οι κλέφτες

images Άρθρα
26-05-2022

Παλαιολόγεια 1966

images Άρθρα
17-05-2022

Ντόκτορ Νικόλας

images Άρθρα
09-05-2022

Η Μάνα