notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Μητράκος: «Η ζωή στη Σπάρτη του 1881»

slider_image
26-10-2021

«Είχε αρχίσει να αναπτύσσει έντονη ζωή»

του Βαγγέλη Μητράκου

Η Σπάρτη του 1881, πριν από 140 ολόκληρα χρόνια, ήταν μια μικρή πόλη με πληθυσμό γύρω στις 4.000 κατοίκους, που ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσει έντονη ζωή, γεγονός που αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων της εποχής, όπως η: «ΣΠΑΡΤΗ-ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ», η οποία «Εκδίδοται άπαξ της εβδομάδος», «Εν Σπάρτη».

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 12 Μαρτίου 1881
Στις  αρχές Μαρτίου 1881, έγινε νυχτερινή κλοπή σε μαγαζί της πλατείας. Το θέμα θα ήταν ασήμαντο, αν την κλοπή αυτή δεν την είχε κάνει ένας χωροφύλακας, οποίος μάλιστα ήταν σε υπηρεσία!!!
(Ποιος ξέρει τι μισθό πείνας θα έπαιρνε ο καημένος και ποιες οικογενειακές και άλλες ανάγκες θα είχε, που τον ανάγκασαν να υποκύψει στον πειρασμό!)

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προς τινών ημερών είς των περιπόλων χωροφύλαξ, απορούμεν πώς, προήλθεν εις το ασύγγνωστον αμάρτημα του να εισέλθει νύκτωρ εις τι μαγαζείον της κάτω πλατείας, και κλέψει  χρηματικόν τι ποσόν. Καταστάντος τούτου γνωστόν μετ’ ολίγον υπό των κυρίων του μαγαζείου τω κ.  Μοιράρχω Κριεμάδη, ούτος δια της δραστηριότητός του επειθανάγκασεν τον δράστην αυθωρεί, να ομολογήση το ασύγγνωστον αμάρτημά του, καίπερ  όργανον της εξουσίας, και υποδείξη τα κλαπέντα. Εφ ώ συγχαίροντες τω κ. Κριεμάδη επί τούτω  εκφράζωμεν την άπειρον ημών ευγνωμοσύνην.»

 (ΆΡΑΓΕ,  με τι τρόπο «επειθανάγκασεν» ο Μοίραρχος Κριεμάδης τον  δυστυχή χωροφύλακα να ομολογήσει…)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 12 Μαρτίου 1881
Τον Μάρτιο του 1881 η Σπάρτη πληροφορήθηκε ένα πολύ θλιβερό γεγονός: Κάηκε το θρυλικό κυπαρίσσι του Μυστρά, η ιστορία του οποίου (για αιώνες) συντηρούσε άσβεστη την ελπίδα του Γένους για Ελευθερία από την τουρκική σκλαβιά. Αξίζει, πριν από την παράθεση του σχετικού δημοσιεύματος, να θυμηθούμε την παράδοση για το κυπαρίσσι του Μυστρά, όπως την είχε καταγράψει ο Πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης. (Να σημειωθεί πως η καταγραφή του Πολίτη  έγινε  στα 1904, είκοσι τρία χρόνια, δηλαδή, μετά την καταστροφή του κυπαρισσιού):

Λαϊκοί θρύλοι και παραδόσεις - Το κυπαρίσσι του Μυστρά
Κοντά στο Μυστρά, σε μια ψηλή θέση που έχει από κάτω όλο τον κάμπο της Σπάρτης, ήταν ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μεγαλύτερο κυπαρίσσι του κόσμου. Τώρα δεν υπάρχει πλέον. Είναι λίγα χρόνια που κάποιος κακός άνθρωπος είχε ανάψει φωτιά εκεί κοντά και δεν επρόσεξε, κι άναψε το κυπαρίσσι και κάηκε.
Αυτό το κυπαρίσσι έχει την ιστορία του. Επί τουρκοκρατίας ένας πασάς πήγε σ’ αυτή τη θέση να διασκεδάσει. Έβαλε και του ‘ψησαν ένα σφαχτό, και κάθισε κι έφαγε. Είχε μαζί του κι ένα βοσκό, ένα νέο παλικάρι χριστιανόπουλο, και τον υπηρετούσε. Για μια στιγμή το παιδί έριξε τη ματιά του και παρατήρησε κείνο το ωραίο θέαμα, τον κάμπο με τις πρασινάδες και τ’ άφθονα νερά και τα βουνά γύρω’ το ‘πιασε το παράπονο κι αναστέναξε.
Το είδε ο πασάς και το ρωτά:
-Μωρέ Ρωμιέ, τι έχεις κι αναστενάζεις;
-Τι να ’χω πασά μου, του λέει, συλλογίζομαι πως όλα αυτά τα μέρη ήταν δικά μας μια φορά και μας τα πήρατε, μα το λένε τα χαρτιά μας, κι έχω την ελπίδα μου στο Θεό πως με καιρό πάλι δικά μας θα γίνουν.
Ο πασάς θύμωσε.
-Μωρέ, τι τσαμπουνάς αυτού; του λέει κι αρπάζει την ξύλινα σούβλα που είχαν ψήσει το αρνί και την καρφώνει στη γη.
-Να, το βλέπεις αυτό; λέει. Αν αυτό το ξερό παλούκι βγάλει κλαριά, τότε να ’χετε ελπίδα πως θα ξαναπάρετε πίσω αυτά τα μέρη.
Την άλλη μέρα η σούβλα ρίζωσε στη γη και ξαναβλάστησε και φούντωσε και θέριεψε κι έγινε το περήφανο κυπαρίσσι που γνωρίσαμε. Κι επειδή ο πασάς έχωσε τη σούβλα στη γη απ’ τη μύτη, δηλαδή απ’ την κορφή, έβγαλε το κυπαρίσσι τα κλαριά του γερμένα προς τα κάτω, έγινε θηλυκό κυπαρίσσι.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Η προ αμνημονεύτων χρόνων σωζομένη κυπάρισσος εν Μισθρά, υψουμένη ως κολοσσός γιγάντειος, και σώζουσα την μνήμην απείρων γενεών εγένετο δυστυχώς προ ημερών εξ απροσεξίας παρανάλωμα του πυρός. Τωόντι θλίψις και αγανάκτησις διακατέχει ημάς επί τούτω, μήπως αύτη εάν ηδύνατο να εκβάλη φωνήν, δεν ήθελεν αγανακτήσει και κεραυνοβολήσει ημάς. Ομολογουμένως η κυπάρισσος αύτη ην κειμήλιον της αρχαιότητος, και αφού ο πανδαμάτωρ χρόνος εφείσατο της υπάρξεώς της, ανθρώπινος χειρ,μεταμεληθείσα βεβαίως, ως άλλος Ηρόστρατος, κατήνεγκεν κατ΄αυτής ανεπανόρθωτον καταστροφήν.»


Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 4 Απριλίου 1881
Το ότι πολλά σπίτια και κτήρια της νέας Σπάρτης χτίστηκαν με πρώτη ύλη τις πέτρες και τα μάρμαρα της αρχαίας είναι πλέον γνωστό. Πολλά μνημεία (μεταξύ αυτών και το Αρχαίο Θέατρο) καταστράφηκαν για να παρθεί (ή και να αγοραστεί πολλές φορές) έτοιμο οικοδομικό υλικό. Η εύκολη λύση ήταν να αποδοθούν οι ευθύνες στους μαστόρους (ιδιαίτερα στους Λαγκαδιανούς), αλλά θα πρέπει να είναι κάποιος πολύ αφελής για να πιστέψει πως η ευθύνη ήταν των μαστόρων κι όχι των ιδιοκτητών που πλήρωναν το έργο ή των οργάνων της πολιτείας και των δημάρχων που, αν και γνώριζαν, αδιαφορούσαν και, ενίοτε, συγκάλυπταν. (Έτσι, για να μην τα ρίχνουμε όλα στον ανθέλληνα Φρουμόν).

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Καθ’ ας έχομεν θετικάς πληροφορίας, τινές κτίσται ή εργάται απέσπασαν και κατέστρεψαν αρχαιότητας εκ των γνωστών μερών, ίνα οικειοποιήσωσιν αυτοίς ίδιον όφελος και εν αγνοία, πιστεύομεν, των οικοδομούντων οικίας ενταύθα. Φρονούμεν, ότι τα υπολειπόμενα κειμήλια της αρχαιότητος πρέπει να μένωσιν ανέφικτα, όπου και αν κείνται. Παρομαρτεί τούτο προς ιεροσυλίαν, και τυγχάνει λίαν επιλήψιμον και κολάσιμον.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 15 Μαΐου 1881
Το 1881 η Σπάρτη δεν είχε ακόμα Δημαρχείο και της έλειπαν βασικά δημόσια κτήρια, είχε όμως Ποινικές Φυλακές. Στις αρχές Μαρτίου 1881 έγινε μαζική απόδραση από τις φυλακές και η ανησυχία των Σπαρτιατών κορυφώθηκε ιδίως τις νυχτερινές ώρες: Πού κρύβονται οι επικίνδυνοι δραπέτες; Πώς θα διαφύγουν από την πόλη; Τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν; Τελικά, ένας δυστυχής χωροφύλακας υπήρξε τραγικό θύμα της απόδρασης.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προ τινων ημερών απέδρασαν εκ των ενταύθα ποινικών φυλακών ένδεκα κατάδικοι. Άπορον δ’ είναι πώς διέφυγον την προσοχήν των φρουρών χωροφυλάκων. Αυθωρεί δ’ ο ανέκαθεν δραστήριος κ. Μοίραρχος Κριεμάδης δια της συντόνου αυτού ενεργείας κατόρθωσε να συλλάβει τέσσαρας επί του παρόντος. Άμα δ’ ο αξιωματικός του στρατολογικού γραφείου Κ. Κούτσελας προλαβών συνέλαβεν ένα εξ αυτών.
Προχθές χωροφύλαξ τις, συλλαβών ένα των αποδράντων εκ των φυλακών, και συνοδεύων αυτόν όπου δει καθ’ οδόν, εφονεύθη υπ’ αυτού δια κοπτηρού οργάνου όπερ κρυφίως έφερεν ο κατάδικος μεθ’ εαυτού. Τοιούτον δυστυχώς ευεργέτημα είχεν η εκπλήρωσις του καθήκοντος του χωροφύλακος».

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ , 27 Μαΐου 1881
Κάθε χρόνο, κατά την εορτή των Α. Κωνσταντίνου και Α. Ελένης, γινόταν στη Σπάρτη (από το 1868 έως το 1913) δοξολογία προς τιμήν του «Δουκός της Σπάρτης» Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄. Η δημιουργία του τίτλου του Δούκα της Σπάρτης είχε γίνει με διάταγμα του Βασιλέως Γεωργίου Α΄, το 1868, και η νομιμότητα του συγκεκριμένου τίτλου αναγνωρίστηκε από τη Βουλή. Τον τίτλο του Δουκός της Σπάρτης έφεραν εκτός του Κωνσταντίνου Α΄και οι παρακάτω βασιλείς:
-Γεώργιος Β΄της Ελλάδος από το 1913 έως το 1917 και εκ νέου από το 1920 έως το 1922.
-Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδος από το 1947 έως το 1964.
-Παύλος  της Ελλάδος από το 1967.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Κατά την εορτήν του σεπτού ημών διαδόχου Κωνσταντίνου, του και Δουκός της Σπάρτης, ετελέσθη μετά την ιεράν λειτουργίαν η απαιτουμένη τελετή εν ή παρήσαν πάντες οι υπάλληλοι ως και πολλοί ευϋπόληπτοι πολίται.»

(Ανέκαθεν, και για πολλές 10ετίες, οι καημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι (εκόντες – άκοντες) ήταν το έτοιμο κοινό χειροκροτητών της κάθε εξουσίας.)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 27 Μαΐου 1881
Όμως, ενώ η Σπάρτη δοξολογούσε τον διάδοχο, ο ποταμός Ευρώτας δεν είχε ακόμα σύγχρονη γέφυρα στον δρόμο Σπάρτης-Τρίπολης. Η γέφυρα του Κόπανου, που είχε χτιστεί το 1749 (γκρεμίστηκε από πλημμύρα το 1902), δεν εξυπηρετούσε –πλέον- τη σύγχρονη Σπάρτη. Γι’ αυτό, πολλές φορές που ο Ευρώτας έκανε «κατεβασιά», υπήρχαν θύματα μεταξύ εκείνων των τολμηρών που επιχειρούσαν, εξ ανάγκης, να τον διαβούν. Τελικά, αφού μετρήθηκαν αρκετά θύματα, κατέστη δυνατόν να κατασκευασθεί η γνωστή μεταλλική γέφυρα του Ευρώτα, στα 1882.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προ ημερών ως εκ της πλημμύρος του Ευρώτα επνίγη τις κατά την διάβασιν. Εφ’  ώ δέον να επιταχυνθή η κατασκευή της γεφύρας, ιν’ απαλλαχθώμεν των συνεχών θυμάτων.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 10 Ιουνίου 1881
Το καλοκαίρι του 1881 είχε μπει, πλέον,  και η ανησυχία των Σπαρτιατών για την επάρκεια νερού είχε και πάλι κορυφωθεί μιας και η Σπάρτη υδρευόταν από κοινόχρηστες δημόσιες κρήνες και πηγάδια, μέχρι να εγκαταστήσει δίκτυο ύδρευσης (με νερό από την Τρύπη) ο αείμνηστος δήμαρχος Σπάρτης Ηλίας Γκορτσολόγος, στα 1931!!!

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Παρακαλούμεν τον κ. δήμαρχον ενταύθα, όπως προνοήση, και μη υποστώμεν την περυσινήν έλλειψιν ύδατος. Βεβαίως δεν αξιοί να καταστώμεν λυσσαλέοι εκ της ελλείψεως ταύτης.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 13 Αυγούστου 1881
Η μεταξουργία υπήρξε πηγή πλούτου και ανάπτυξης για τη νέα Σπάρτη, δίνοντας, συγχρόνως, δουλειά, σε εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής. Από το  1836 (δυο μόλις χρόνια μετά την ίδρυση της Σπάρτης), εγκαταστάθηκε στη Σπάρτη  το πρώτο μεταξουργείο  του εμπορικού οίκου Δουρούτη, ο οποίος είχε ήδη μακροχρόνια οικονομική δραστηριότητα στην Ιταλία, πριν ακόμα από την επανάσταση
του 1821. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν και άλλα μεταξουργεία από ντόπιους επιχειρηματίες.
Η βιομηχανική ανάπτυξη, όμως, έφερε και προβλήματα: Τα απόβλητα των μεταξουργείων που πετάγονταν οπουδήποτε μέσα στην πόλη (άχρηστα κουκούλια, νευρίδες κ.α.) έπνιγαν την πόλη στη δυσωδία. Ακόμα, τα μεταξουργεία γύρω από την πλατεία έπαιρναν νερό από το πηγάδι που βρισκόταν πλησίον της, στερώντας το από τους κατοίκους και υποβαθμίζοντας την ποσότητα και την ποιότητά του.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Αι προς εξαγωγήν μετάξης μάγγανοι, ας μεταχειρίζονται τινές των εν τη κάτω πλατεία καταστηματαρχών κατέστηασν αφόρητοι απότινος, τουθ΄όπερ και των περί των εν τη πόλει μας μεταξουργείων λεκτέον, εξαιρέσει του υπό του κ. Βασιλείου διευθυνομένου, εξ ού διερχόμενος τις δεν αισθάνεται την επιβλαβή εκείνην οσμήν, ήτις εν τοις λοιποίς παρατηρείται. Διότι ούτος φροντίζει ως εμάθομεν ώστε, τα  άχρηστα των κουκουλίων κσι τα οποίς τήδε κακείσε οι λοιποί ρίπτουσι να τίθωνται μακράν και εις απόκεντρον τόπον, εννοών την εξ αυτών προξενούμενην βλάβην. Τον δε διερχόμενον την κάτω πλατείαν ως εκ της παρ’ αυτήν επισωρεύσεως των καλουμένων νευρίδων πνιγηρά μαστίζει δυσωδία. Εν τη ελλείψει δε ταύτη του ύδατος…οι εξαγωγείς της μετάξης εν τη κάτω πλατεία προμηθεύονται ύδωρ προς χρήσιν των εκ του άκραν και πλησίον του καφενείου Δημοπούλου φρέατος, το οποίον κινδυνεύει να αποξηρανθεί εκ της εφορμήσεως τοσούντων απαιτητών, καταστησάντων το εν αυτώ ύδωρ εις χρώμα  λεμονάδας.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ , 22 Αυγούστου 1881
Μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε το καλοκαίρι του 1881 στα μαγαζιά της νότιας πλευράς της πλατείας (σημερινό τμήμα του πεζόδρομου Ευαγγελιστρίας, από Γκορτσολόγου έως Κ. Παλαιολόγου), που ίσως θα έκαιγε ολόκληρη τη Σπάρτη αν, ελλείψει πυροσβεστικής υπηρεσίας,  δεν την έσβηναν με αυτοθυσία, οι κάτοικοι:

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
 «Την Τρίτην, περί τας 3 μετά το μεσονύκτιον εξερράγη πυρκαϊά εν τοις μαγαζείοις της κάτω πλατείας της νοτίου πλευράς, ήτις απετέφρωσε δυστυχώς άπασα την συνεχή ταύτην πλευράν, και ήθελε διαδοθή εισέτι, και λάβει μεγαλειτέρας διαστάσεις, και ηπειλείτο ίσως η ύπαρξις της πόλεως, εάν μη οι κάτοικοι, επί τέλους παρεμπόδιζον αυτήν δια των προφυλακτικών μέτρων της μη διαδόσεως. Μέγα δυστύχημα δια την πόλιν μας, όπερ συνεκίνησε και κατέθλιψε πάντας και εκίνησε την δικαίαν αγανάκτησιν των κατοίκων. Εφ’ ώ και πάλιν θέλομεν υψώσει φωνήν, όπως η δημοτική αρχή μεριμνήση συντόνως και ταχέως περί των καταλλήλων αποσβεστικών των πυρκαϊών  μέσων.
Κατά την συμβάσαν δυστυχώς πυρκαϊάν έλαβον λίαν ενεργητικόν μέρος και παρέσχον χείρα βοηθείας προς διάσωσιν πολλών πραγμάτων και εξαγωγήν αυτών εκ των μαγαζείων μεταξύ των άλλων  και ο πρώην δήμαρχος και νυν βουλευτής κ. Δ. Μελετόπουλος και ο κ. Ιω. Σ. Κυρούσης. Οι δε παρεπιδημούντες Θεατρώναι και είς Εβραίος υαλοπώλης κατορθώσαν δια σχοινοβατικής δεξιότητος και τόλμης να διασώσωσιν την μεγάλην  οικίαν  του κ. Ι. Βαλασοπούλου βουλευτού από αφεύκτου κινδύνου πυρκαϊάς. Ομολογητέον δ’ ότι και η εξουσία ετήρησεν την απαιτουμένην τάξιν και ασφάλειαν. Εκ των μάλα παθόντων υλικήν ζημίαν ως εκ της πυρκαϊάς υπήρξεν ο κ. Ι. Βαλασόπουλος, εκ δε των εμπόρων και παντοπωλών ο Κ.Σκιαδάς, Γιαννόπουλος και Β. Βασιλάκης και ικανώς ο Π. Γεωργόπουλος.»

ΣΗΜ:
-Η οικία ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ είναι το διώροφο κτήριο στη γωνία Ευαγγελιστρίας & Παλαιολόγου, που σήμερα στο ισόγειό του λειτουργεί καφετέρια.
-Αξίζει να τονιστεί το γεγονός ότι στην κατάσβεση της μεγάλης πυρκαγιάς του 1881 πήρε μέρος κι ένας θίασος που βρισκόταν στη Σπάρτη για παραστάσεις («παρεπιδημούντες Θεατρώναι») και ένας «Εβραίος υαλοπώλης», οι οποίοι έδειξαν μεγάλη τόλμη κι εντυπωσίασαν με τις προσπάθειές τους, οι οποίες είχαν ακροβατική (σχοινοβατική) δεξιότητα.)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 5 Σεπτεμβρίου 1881
Το πανηγύρι του Μυστρά ήταν, κάθε χρόνο, κεντρικό και σημαντικό γεγονός για τη ζωή της Σπάρτης. Ο τοπικός, όμως, εμπορικός κόσμος δυσανασχετούσε γιατί θεωρούσε πως το πανηγύρι του Μυστρά του έπαιρνε τη δουλειά και την πελατεία και γι’ αυτό, μέσω του τύπου, πίεζε τις αρχές να περιοριστεί μόνο στα πλαίσια της ζωοπανήγυρης:

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Η πανήγυρις εφέτος, ενηργήθη μετ’ ησυχίας και τάξεως. Αγοραπωλησία ικανή εγένετο και κυρίως όλα τα μικρά ζώα επωλήθησαν. Ουχ ήττον δε και τα εμπορεύματα δεν καθυστέρησαν. Είναι αληθές ότι εις τας αρτισυστάτους πόλεις δέον να έρχηται επίκορον το γειτονικόν και άλλοθεν εμπόριον, ήδη όμως ότε επαγιώθη ενταύθα ικανόν εμπόριον, αίρεται η πρότερον ανάγκη ως παραβλαπτομένου του τοπικού εμπορίου. Εφ’ ώ η πανήγυρις δέον να μερικευθεί εις τα ζώα μόνον.»

ΥΓ: Αναρωτιούνται μερικοί, καλοπροαίρετα, γιατί γράφω συχνάκις για τα «παλιά»:
Απαντώ με μια φράση του Δ. Καμπούρογλου, που είχε κι εκείνος το ίδιο «κουσούρι» με μένα:
«Νομίζω, ότι παλιά, ακόμα και οι πετεινοί λαλούσαν καλύτερα».

του Βαγγέλη Μητράκου

Η Σπάρτη του 1881, πριν από 140 ολόκληρα χρόνια, ήταν μια μικρή πόλη με πληθυσμό γύρω στις 4.000 κατοίκους, που ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσει έντονη ζωή, γεγονός που αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων της εποχής, όπως η: «ΣΠΑΡΤΗ-ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ», η οποία «Εκδίδοται άπαξ της εβδομάδος», «Εν Σπάρτη».

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 12 Μαρτίου 1881
Στις  αρχές Μαρτίου 1881, έγινε νυχτερινή κλοπή σε μαγαζί της πλατείας. Το θέμα θα ήταν ασήμαντο, αν την κλοπή αυτή δεν την είχε κάνει ένας χωροφύλακας, οποίος μάλιστα ήταν σε υπηρεσία!!!
(Ποιος ξέρει τι μισθό πείνας θα έπαιρνε ο καημένος και ποιες οικογενειακές και άλλες ανάγκες θα είχε, που τον ανάγκασαν να υποκύψει στον πειρασμό!)

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προς τινών ημερών είς των περιπόλων χωροφύλαξ, απορούμεν πώς, προήλθεν εις το ασύγγνωστον αμάρτημα του να εισέλθει νύκτωρ εις τι μαγαζείον της κάτω πλατείας, και κλέψει  χρηματικόν τι ποσόν. Καταστάντος τούτου γνωστόν μετ’ ολίγον υπό των κυρίων του μαγαζείου τω κ.  Μοιράρχω Κριεμάδη, ούτος δια της δραστηριότητός του επειθανάγκασεν τον δράστην αυθωρεί, να ομολογήση το ασύγγνωστον αμάρτημά του, καίπερ  όργανον της εξουσίας, και υποδείξη τα κλαπέντα. Εφ ώ συγχαίροντες τω κ. Κριεμάδη επί τούτω  εκφράζωμεν την άπειρον ημών ευγνωμοσύνην.»

 (ΆΡΑΓΕ,  με τι τρόπο «επειθανάγκασεν» ο Μοίραρχος Κριεμάδης τον  δυστυχή χωροφύλακα να ομολογήσει…)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 12 Μαρτίου 1881
Τον Μάρτιο του 1881 η Σπάρτη πληροφορήθηκε ένα πολύ θλιβερό γεγονός: Κάηκε το θρυλικό κυπαρίσσι του Μυστρά, η ιστορία του οποίου (για αιώνες) συντηρούσε άσβεστη την ελπίδα του Γένους για Ελευθερία από την τουρκική σκλαβιά. Αξίζει, πριν από την παράθεση του σχετικού δημοσιεύματος, να θυμηθούμε την παράδοση για το κυπαρίσσι του Μυστρά, όπως την είχε καταγράψει ο Πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης. (Να σημειωθεί πως η καταγραφή του Πολίτη  έγινε  στα 1904, είκοσι τρία χρόνια, δηλαδή, μετά την καταστροφή του κυπαρισσιού):

Λαϊκοί θρύλοι και παραδόσεις - Το κυπαρίσσι του Μυστρά
Κοντά στο Μυστρά, σε μια ψηλή θέση που έχει από κάτω όλο τον κάμπο της Σπάρτης, ήταν ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μεγαλύτερο κυπαρίσσι του κόσμου. Τώρα δεν υπάρχει πλέον. Είναι λίγα χρόνια που κάποιος κακός άνθρωπος είχε ανάψει φωτιά εκεί κοντά και δεν επρόσεξε, κι άναψε το κυπαρίσσι και κάηκε.
Αυτό το κυπαρίσσι έχει την ιστορία του. Επί τουρκοκρατίας ένας πασάς πήγε σ’ αυτή τη θέση να διασκεδάσει. Έβαλε και του ‘ψησαν ένα σφαχτό, και κάθισε κι έφαγε. Είχε μαζί του κι ένα βοσκό, ένα νέο παλικάρι χριστιανόπουλο, και τον υπηρετούσε. Για μια στιγμή το παιδί έριξε τη ματιά του και παρατήρησε κείνο το ωραίο θέαμα, τον κάμπο με τις πρασινάδες και τ’ άφθονα νερά και τα βουνά γύρω’ το ‘πιασε το παράπονο κι αναστέναξε.
Το είδε ο πασάς και το ρωτά:
-Μωρέ Ρωμιέ, τι έχεις κι αναστενάζεις;
-Τι να ’χω πασά μου, του λέει, συλλογίζομαι πως όλα αυτά τα μέρη ήταν δικά μας μια φορά και μας τα πήρατε, μα το λένε τα χαρτιά μας, κι έχω την ελπίδα μου στο Θεό πως με καιρό πάλι δικά μας θα γίνουν.
Ο πασάς θύμωσε.
-Μωρέ, τι τσαμπουνάς αυτού; του λέει κι αρπάζει την ξύλινα σούβλα που είχαν ψήσει το αρνί και την καρφώνει στη γη.
-Να, το βλέπεις αυτό; λέει. Αν αυτό το ξερό παλούκι βγάλει κλαριά, τότε να ’χετε ελπίδα πως θα ξαναπάρετε πίσω αυτά τα μέρη.
Την άλλη μέρα η σούβλα ρίζωσε στη γη και ξαναβλάστησε και φούντωσε και θέριεψε κι έγινε το περήφανο κυπαρίσσι που γνωρίσαμε. Κι επειδή ο πασάς έχωσε τη σούβλα στη γη απ’ τη μύτη, δηλαδή απ’ την κορφή, έβγαλε το κυπαρίσσι τα κλαριά του γερμένα προς τα κάτω, έγινε θηλυκό κυπαρίσσι.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Η προ αμνημονεύτων χρόνων σωζομένη κυπάρισσος εν Μισθρά, υψουμένη ως κολοσσός γιγάντειος, και σώζουσα την μνήμην απείρων γενεών εγένετο δυστυχώς προ ημερών εξ απροσεξίας παρανάλωμα του πυρός. Τωόντι θλίψις και αγανάκτησις διακατέχει ημάς επί τούτω, μήπως αύτη εάν ηδύνατο να εκβάλη φωνήν, δεν ήθελεν αγανακτήσει και κεραυνοβολήσει ημάς. Ομολογουμένως η κυπάρισσος αύτη ην κειμήλιον της αρχαιότητος, και αφού ο πανδαμάτωρ χρόνος εφείσατο της υπάρξεώς της, ανθρώπινος χειρ,μεταμεληθείσα βεβαίως, ως άλλος Ηρόστρατος, κατήνεγκεν κατ΄αυτής ανεπανόρθωτον καταστροφήν.»


Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 4 Απριλίου 1881
Το ότι πολλά σπίτια και κτήρια της νέας Σπάρτης χτίστηκαν με πρώτη ύλη τις πέτρες και τα μάρμαρα της αρχαίας είναι πλέον γνωστό. Πολλά μνημεία (μεταξύ αυτών και το Αρχαίο Θέατρο) καταστράφηκαν για να παρθεί (ή και να αγοραστεί πολλές φορές) έτοιμο οικοδομικό υλικό. Η εύκολη λύση ήταν να αποδοθούν οι ευθύνες στους μαστόρους (ιδιαίτερα στους Λαγκαδιανούς), αλλά θα πρέπει να είναι κάποιος πολύ αφελής για να πιστέψει πως η ευθύνη ήταν των μαστόρων κι όχι των ιδιοκτητών που πλήρωναν το έργο ή των οργάνων της πολιτείας και των δημάρχων που, αν και γνώριζαν, αδιαφορούσαν και, ενίοτε, συγκάλυπταν. (Έτσι, για να μην τα ρίχνουμε όλα στον ανθέλληνα Φρουμόν).

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Καθ’ ας έχομεν θετικάς πληροφορίας, τινές κτίσται ή εργάται απέσπασαν και κατέστρεψαν αρχαιότητας εκ των γνωστών μερών, ίνα οικειοποιήσωσιν αυτοίς ίδιον όφελος και εν αγνοία, πιστεύομεν, των οικοδομούντων οικίας ενταύθα. Φρονούμεν, ότι τα υπολειπόμενα κειμήλια της αρχαιότητος πρέπει να μένωσιν ανέφικτα, όπου και αν κείνται. Παρομαρτεί τούτο προς ιεροσυλίαν, και τυγχάνει λίαν επιλήψιμον και κολάσιμον.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 15 Μαΐου 1881
Το 1881 η Σπάρτη δεν είχε ακόμα Δημαρχείο και της έλειπαν βασικά δημόσια κτήρια, είχε όμως Ποινικές Φυλακές. Στις αρχές Μαρτίου 1881 έγινε μαζική απόδραση από τις φυλακές και η ανησυχία των Σπαρτιατών κορυφώθηκε ιδίως τις νυχτερινές ώρες: Πού κρύβονται οι επικίνδυνοι δραπέτες; Πώς θα διαφύγουν από την πόλη; Τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν; Τελικά, ένας δυστυχής χωροφύλακας υπήρξε τραγικό θύμα της απόδρασης.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προ τινων ημερών απέδρασαν εκ των ενταύθα ποινικών φυλακών ένδεκα κατάδικοι. Άπορον δ’ είναι πώς διέφυγον την προσοχήν των φρουρών χωροφυλάκων. Αυθωρεί δ’ ο ανέκαθεν δραστήριος κ. Μοίραρχος Κριεμάδης δια της συντόνου αυτού ενεργείας κατόρθωσε να συλλάβει τέσσαρας επί του παρόντος. Άμα δ’ ο αξιωματικός του στρατολογικού γραφείου Κ. Κούτσελας προλαβών συνέλαβεν ένα εξ αυτών.
Προχθές χωροφύλαξ τις, συλλαβών ένα των αποδράντων εκ των φυλακών, και συνοδεύων αυτόν όπου δει καθ’ οδόν, εφονεύθη υπ’ αυτού δια κοπτηρού οργάνου όπερ κρυφίως έφερεν ο κατάδικος μεθ’ εαυτού. Τοιούτον δυστυχώς ευεργέτημα είχεν η εκπλήρωσις του καθήκοντος του χωροφύλακος».

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ , 27 Μαΐου 1881
Κάθε χρόνο, κατά την εορτή των Α. Κωνσταντίνου και Α. Ελένης, γινόταν στη Σπάρτη (από το 1868 έως το 1913) δοξολογία προς τιμήν του «Δουκός της Σπάρτης» Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄. Η δημιουργία του τίτλου του Δούκα της Σπάρτης είχε γίνει με διάταγμα του Βασιλέως Γεωργίου Α΄, το 1868, και η νομιμότητα του συγκεκριμένου τίτλου αναγνωρίστηκε από τη Βουλή. Τον τίτλο του Δουκός της Σπάρτης έφεραν εκτός του Κωνσταντίνου Α΄και οι παρακάτω βασιλείς:
-Γεώργιος Β΄της Ελλάδος από το 1913 έως το 1917 και εκ νέου από το 1920 έως το 1922.
-Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδος από το 1947 έως το 1964.
-Παύλος  της Ελλάδος από το 1967.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Κατά την εορτήν του σεπτού ημών διαδόχου Κωνσταντίνου, του και Δουκός της Σπάρτης, ετελέσθη μετά την ιεράν λειτουργίαν η απαιτουμένη τελετή εν ή παρήσαν πάντες οι υπάλληλοι ως και πολλοί ευϋπόληπτοι πολίται.»

(Ανέκαθεν, και για πολλές 10ετίες, οι καημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι (εκόντες – άκοντες) ήταν το έτοιμο κοινό χειροκροτητών της κάθε εξουσίας.)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 27 Μαΐου 1881
Όμως, ενώ η Σπάρτη δοξολογούσε τον διάδοχο, ο ποταμός Ευρώτας δεν είχε ακόμα σύγχρονη γέφυρα στον δρόμο Σπάρτης-Τρίπολης. Η γέφυρα του Κόπανου, που είχε χτιστεί το 1749 (γκρεμίστηκε από πλημμύρα το 1902), δεν εξυπηρετούσε –πλέον- τη σύγχρονη Σπάρτη. Γι’ αυτό, πολλές φορές που ο Ευρώτας έκανε «κατεβασιά», υπήρχαν θύματα μεταξύ εκείνων των τολμηρών που επιχειρούσαν, εξ ανάγκης, να τον διαβούν. Τελικά, αφού μετρήθηκαν αρκετά θύματα, κατέστη δυνατόν να κατασκευασθεί η γνωστή μεταλλική γέφυρα του Ευρώτα, στα 1882.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Προ ημερών ως εκ της πλημμύρος του Ευρώτα επνίγη τις κατά την διάβασιν. Εφ’  ώ δέον να επιταχυνθή η κατασκευή της γεφύρας, ιν’ απαλλαχθώμεν των συνεχών θυμάτων.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 10 Ιουνίου 1881
Το καλοκαίρι του 1881 είχε μπει, πλέον,  και η ανησυχία των Σπαρτιατών για την επάρκεια νερού είχε και πάλι κορυφωθεί μιας και η Σπάρτη υδρευόταν από κοινόχρηστες δημόσιες κρήνες και πηγάδια, μέχρι να εγκαταστήσει δίκτυο ύδρευσης (με νερό από την Τρύπη) ο αείμνηστος δήμαρχος Σπάρτης Ηλίας Γκορτσολόγος, στα 1931!!!

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Παρακαλούμεν τον κ. δήμαρχον ενταύθα, όπως προνοήση, και μη υποστώμεν την περυσινήν έλλειψιν ύδατος. Βεβαίως δεν αξιοί να καταστώμεν λυσσαλέοι εκ της ελλείψεως ταύτης.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 13 Αυγούστου 1881
Η μεταξουργία υπήρξε πηγή πλούτου και ανάπτυξης για τη νέα Σπάρτη, δίνοντας, συγχρόνως, δουλειά, σε εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής. Από το  1836 (δυο μόλις χρόνια μετά την ίδρυση της Σπάρτης), εγκαταστάθηκε στη Σπάρτη  το πρώτο μεταξουργείο  του εμπορικού οίκου Δουρούτη, ο οποίος είχε ήδη μακροχρόνια οικονομική δραστηριότητα στην Ιταλία, πριν ακόμα από την επανάσταση
του 1821. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν και άλλα μεταξουργεία από ντόπιους επιχειρηματίες.
Η βιομηχανική ανάπτυξη, όμως, έφερε και προβλήματα: Τα απόβλητα των μεταξουργείων που πετάγονταν οπουδήποτε μέσα στην πόλη (άχρηστα κουκούλια, νευρίδες κ.α.) έπνιγαν την πόλη στη δυσωδία. Ακόμα, τα μεταξουργεία γύρω από την πλατεία έπαιρναν νερό από το πηγάδι που βρισκόταν πλησίον της, στερώντας το από τους κατοίκους και υποβαθμίζοντας την ποσότητα και την ποιότητά του.

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Αι προς εξαγωγήν μετάξης μάγγανοι, ας μεταχειρίζονται τινές των εν τη κάτω πλατεία καταστηματαρχών κατέστηασν αφόρητοι απότινος, τουθ΄όπερ και των περί των εν τη πόλει μας μεταξουργείων λεκτέον, εξαιρέσει του υπό του κ. Βασιλείου διευθυνομένου, εξ ού διερχόμενος τις δεν αισθάνεται την επιβλαβή εκείνην οσμήν, ήτις εν τοις λοιποίς παρατηρείται. Διότι ούτος φροντίζει ως εμάθομεν ώστε, τα  άχρηστα των κουκουλίων κσι τα οποίς τήδε κακείσε οι λοιποί ρίπτουσι να τίθωνται μακράν και εις απόκεντρον τόπον, εννοών την εξ αυτών προξενούμενην βλάβην. Τον δε διερχόμενον την κάτω πλατείαν ως εκ της παρ’ αυτήν επισωρεύσεως των καλουμένων νευρίδων πνιγηρά μαστίζει δυσωδία. Εν τη ελλείψει δε ταύτη του ύδατος…οι εξαγωγείς της μετάξης εν τη κάτω πλατεία προμηθεύονται ύδωρ προς χρήσιν των εκ του άκραν και πλησίον του καφενείου Δημοπούλου φρέατος, το οποίον κινδυνεύει να αποξηρανθεί εκ της εφορμήσεως τοσούντων απαιτητών, καταστησάντων το εν αυτώ ύδωρ εις χρώμα  λεμονάδας.»

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ , 22 Αυγούστου 1881
Μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε το καλοκαίρι του 1881 στα μαγαζιά της νότιας πλευράς της πλατείας (σημερινό τμήμα του πεζόδρομου Ευαγγελιστρίας, από Γκορτσολόγου έως Κ. Παλαιολόγου), που ίσως θα έκαιγε ολόκληρη τη Σπάρτη αν, ελλείψει πυροσβεστικής υπηρεσίας,  δεν την έσβηναν με αυτοθυσία, οι κάτοικοι:

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
 «Την Τρίτην, περί τας 3 μετά το μεσονύκτιον εξερράγη πυρκαϊά εν τοις μαγαζείοις της κάτω πλατείας της νοτίου πλευράς, ήτις απετέφρωσε δυστυχώς άπασα την συνεχή ταύτην πλευράν, και ήθελε διαδοθή εισέτι, και λάβει μεγαλειτέρας διαστάσεις, και ηπειλείτο ίσως η ύπαρξις της πόλεως, εάν μη οι κάτοικοι, επί τέλους παρεμπόδιζον αυτήν δια των προφυλακτικών μέτρων της μη διαδόσεως. Μέγα δυστύχημα δια την πόλιν μας, όπερ συνεκίνησε και κατέθλιψε πάντας και εκίνησε την δικαίαν αγανάκτησιν των κατοίκων. Εφ’ ώ και πάλιν θέλομεν υψώσει φωνήν, όπως η δημοτική αρχή μεριμνήση συντόνως και ταχέως περί των καταλλήλων αποσβεστικών των πυρκαϊών  μέσων.
Κατά την συμβάσαν δυστυχώς πυρκαϊάν έλαβον λίαν ενεργητικόν μέρος και παρέσχον χείρα βοηθείας προς διάσωσιν πολλών πραγμάτων και εξαγωγήν αυτών εκ των μαγαζείων μεταξύ των άλλων  και ο πρώην δήμαρχος και νυν βουλευτής κ. Δ. Μελετόπουλος και ο κ. Ιω. Σ. Κυρούσης. Οι δε παρεπιδημούντες Θεατρώναι και είς Εβραίος υαλοπώλης κατορθώσαν δια σχοινοβατικής δεξιότητος και τόλμης να διασώσωσιν την μεγάλην  οικίαν  του κ. Ι. Βαλασοπούλου βουλευτού από αφεύκτου κινδύνου πυρκαϊάς. Ομολογητέον δ’ ότι και η εξουσία ετήρησεν την απαιτουμένην τάξιν και ασφάλειαν. Εκ των μάλα παθόντων υλικήν ζημίαν ως εκ της πυρκαϊάς υπήρξεν ο κ. Ι. Βαλασόπουλος, εκ δε των εμπόρων και παντοπωλών ο Κ.Σκιαδάς, Γιαννόπουλος και Β. Βασιλάκης και ικανώς ο Π. Γεωργόπουλος.»

ΣΗΜ:
-Η οικία ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ είναι το διώροφο κτήριο στη γωνία Ευαγγελιστρίας & Παλαιολόγου, που σήμερα στο ισόγειό του λειτουργεί καφετέρια.
-Αξίζει να τονιστεί το γεγονός ότι στην κατάσβεση της μεγάλης πυρκαγιάς του 1881 πήρε μέρος κι ένας θίασος που βρισκόταν στη Σπάρτη για παραστάσεις («παρεπιδημούντες Θεατρώναι») και ένας «Εβραίος υαλοπώλης», οι οποίοι έδειξαν μεγάλη τόλμη κι εντυπωσίασαν με τις προσπάθειές τους, οι οποίες είχαν ακροβατική (σχοινοβατική) δεξιότητα.)

Εφ. ΣΠΑΡΤΗ, 5 Σεπτεμβρίου 1881
Το πανηγύρι του Μυστρά ήταν, κάθε χρόνο, κεντρικό και σημαντικό γεγονός για τη ζωή της Σπάρτης. Ο τοπικός, όμως, εμπορικός κόσμος δυσανασχετούσε γιατί θεωρούσε πως το πανηγύρι του Μυστρά του έπαιρνε τη δουλειά και την πελατεία και γι’ αυτό, μέσω του τύπου, πίεζε τις αρχές να περιοριστεί μόνο στα πλαίσια της ζωοπανήγυρης:

Το Δημοσίευμα της εφημερίδος:
«Η πανήγυρις εφέτος, ενηργήθη μετ’ ησυχίας και τάξεως. Αγοραπωλησία ικανή εγένετο και κυρίως όλα τα μικρά ζώα επωλήθησαν. Ουχ ήττον δε και τα εμπορεύματα δεν καθυστέρησαν. Είναι αληθές ότι εις τας αρτισυστάτους πόλεις δέον να έρχηται επίκορον το γειτονικόν και άλλοθεν εμπόριον, ήδη όμως ότε επαγιώθη ενταύθα ικανόν εμπόριον, αίρεται η πρότερον ανάγκη ως παραβλαπτομένου του τοπικού εμπορίου. Εφ’ ώ η πανήγυρις δέον να μερικευθεί εις τα ζώα μόνον.»

ΥΓ: Αναρωτιούνται μερικοί, καλοπροαίρετα, γιατί γράφω συχνάκις για τα «παλιά»:
Απαντώ με μια φράση του Δ. Καμπούρογλου, που είχε κι εκείνος το ίδιο «κουσούρι» με μένα:
«Νομίζω, ότι παλιά, ακόμα και οι πετεινοί λαλούσαν καλύτερα».

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image