Γράφει ο Παναγιώτης Αλιμήσης*

Η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίζει μείζονα κρίση στις σχέσεις την με την Τουρκία, ίσως την μεγαλύτερη μετά από εκείνη του 1996 στα Ίμια. Η πρόσφατη συμφωνία Άγκυρας – Τρίπολης μπορεί να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, δεν είναι δηλαδή μια «De jure» κατάσταση, μολαταύτα, είναι βέβαιο πως δύσκολα η Τουρκία θα ανακαλέσει. Ήδη, η δραστήρια τουρκική διπλωματία προσπαθεί με διαστρεβλωμένα επιχειρήματα να αναθεωρήσει ακόμα και τις συμφωνίες που έκανε η Ελλάδα με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, ώστε να αλλάξει στο μέτρο του δυνατού, την υπό διαμόρφωση ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου. Άλλωστε, δια στόματος του ΥΠ.ΕΘ.Α. Χουλουσί Ακάρ, μάθαμε προ ολίγων ημερών πως θα επιχειρηθούν σύντομα επαφές με τις παραπάνω χώρες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, Ισραηλινοί αξιωματούχοι απάντησαν θετικά σε πιθανή συνάντηση με τουρκική αντιπροσωπεία. Μάλλον, η Άγκυρα σχεδιάζει να καλέσει ακόμα και Εταιρίες στα καταπατημένα θαλάσσια τεμάχια.

Εάν όντως ο Ακάρ δεν μπλοφάρει και η Τουρκία λάβει μελλοντικά θετικές απαντήσεις, τότε, με αυτό το σενάριο ενεργό υπέρ των Τούρκων, όλες οι παράλογες διεκδικήσεις τους θα αποκτήσουν γεωπολιτική και στη συνέχεια νομική ισχύ! (de facto). Έτσι, η παράνομη τουρκο-λυβική συμφωνία, θα παγιωθεί στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους και θα είναι δύσκολα ανατρέψιμη, ενώ η Αθήνα δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί νομικά τα κεκτημένα της. Ακόμα και αν δεν εφαρμοστεί η συμφωνία, η Άγκυρα έχει εκπέμψει σήμα προς όλους, ότι δεν θα κάτσει σε τραπέζι με γειτονικές χώρες, εφόσον οι δικοί της όροι δεν είναι οι μοναδικοί στην ατζέντα.

Το παραπάνω σενάριο ακούγεται ακραίο, αλλά ελλείψει δυναμικής διπλωματικής αντίδρασης από ελληνικής πλευράς (κόκκινες γραμμές), ακόμα και η προσφυγή στη Χάγη για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, φαντάζει καμένο χαρτί. Και αυτό, γιατί το δικαστήριο επηρεασμένο πιθανόν από τις πιέσεις “άνωθεν συμφερόντων”, ίσως κρίνει με αμιγώς πολιτικά κριτήρια, κρατώντας τις λεγόμενες «ίσες αποστάσεις». Τι και αν η Ελλάδα έχει μεγαλύτερη ακτογραμμή (συνολικά) από την Τουρκία, τι και αν η συνθήκη της Λωζάνης ορίζει ξεκάθαρα την οριογραμμή, τι και εάν ο Ερντογάν σβήνει από τον χάρτη Κρήτη και Ρόδο, αυτά τα δεδομένα ενδέχεται να αποδειχθούν ψηλά γράμματα για τους δικαστές…  

Παλιά τουρκική «συνταγή»

Προς το παρόν η νέο-Οθωμανική εξωτερική πολιτική έχει πετύχει σε μεγάλο ποσοστό τους στόχους της, ακόμα και αν αυτοί δεν είναι απολύτως κατοχυρωμένοι (π.χ. γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ). Στόχοι, οι οποίοι ποτέ δεν βρίσκονταν κλειδωμένοι σε κάποιο μυστικό δωμάτιο, αλλά πάντοτε διαμηνύονταν ανοιχτά και στη συνέχεια υλοποιούνταν. Η πικρή αλήθεια είναι πως οι Τούρκοι κατάφεραν να γιγαντωθούν με τον Ερντογάν στο τιμόνι της χώρας τα τελευταία 16 χρόνια, με αποτέλεσμα να αναβαθμίσουν ποιοτικά τις προκλήσεις-διεκδικήσεις τους σε Αιγαίο και Κύπρο, έχοντας πείσει μέρος της διεθνούς κοινότητας και κυρίως τους Δυτικούς διπλωματικούς κύκλους, πως έχουν «ανοιχτά ζητήματα» με την Ελλάδα! Είναι χαρακτηριστικό ότι το  το τουρκικό λόμπι λειτουργεί αποτελεσματικά ως το μακρύ χέρι του «παλατιού» στην Άγκυρα. Παρόλο που π.χ. η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας στις ΗΠΑ αποφάσισε μικρής κλίμακας κυρώσεις (σε πρόσωπα) για την εισβολή του τουρκικού στρατού στη Συρία και για τους S-400, οι εμπορικές σχέσεις των δυο χωρών αναβαθμίζονται. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλτ Τράμπ δραστηριοποιείται επενδυτικά στην Τουρκία!

Η γειτονική μας χώρα, χρησιμοποιώντας τα γεωστρατηγικά πλεονεκτήματά της, κατάφερε να συνομιλεί ισότιμα με την Ουάσιγκτον και την Μόσχα, δηλαδή με τους δυο από τους τρεις διαμορφωτές του νέου «τριπολικού κόσμου» που αναδύεται (ο τρίτος πόλος είναι η Κίνα). Η βασική αρχή των διεθνών σχέσεων που λέει ότι η οικονομικο-στρατιωτική ισχύς, αναβαθμίζει την διπλωματική αποτελεσματικότητα, εφαρμόζεται ικανοποιητικά, αν όχι άψογα, στην περίπτωση της Τουρκίας.

Κάνοντας μια γενική επισκόπηση της τουρκικής μεθοδολογίας όπως αυτή διαμορφώνεται έως τώρα, φαίνεται ξεκάθαρα πως σε κάθε της κίνηση κάνει παύσεις περιμένοντας τις διεθνείς αντιδράσεις και στη συνέχεια πράττει αναλόγως.

Στην εσωτερική διαχείριση, σε τομείς όπως η εκπαίδευση και η οικονομία, το καθεστώς Ερντογάν τα πήγε εξ ίσου καλά. Τα πανεπιστήμια έχουν συνδεθεί με την πολεμική βιομηχανία και συμμετέχουν στον σχεδιασμό της εγχώριας οικονομίας. Ο δρόμος, βέβαια,  είναι μακρύς, αλλά τα πρώτα αποτελέσματα έχουν φανεί σε διεθνείς αξιολογήσεις.

Εν τέλει, η ίδια η τουρκική κοινωνία, παρά τους εσωτερικούς διχασμούς και αντιθέσεις, στα εξωτερικά ζητήματα ασφάλειας – όπως αυτή τα αντιλαμβάνεται – εμφανίζεται εξαιρετικά συμπαγής. Είναι ακόμα νωπό στις μνήμες μας ο καθολικός εθνικιστικός παροξυσμός της τουρκικής νεολαίας και των ποδοσφαιριστών με τον χαρακτηριστικό στρατιωτικό χαιρετισμό…

Ο Εταίροι στις συμπληγάδες Αθηνών και Άγκυρας

Η Ελλάδα, λαμβάνει υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από πλευράς ΗΠΑ, σε λεκτικό όμως επίπεδο, καθώς η χώρα μας στερείται ουσιαστικής βοήθειας στην αντιπαράθεση με την Τουρκία. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στην διαπιστωμένη ανεπάρκεια των διπλωματικών σωμάτων, όσο στο ότι η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες φρόντισε να ασκήσει εθνοκτόνο πολιτική στην άμυνα (π.χ. πολεμικές βιομηχανίες) και στην ευρύτερη οικονομία της, ζώντας ιδιαίτερα παρασιτικά μετά το 1981. Μετατράπηκε στη συνέχεια σε μια άτυπη αποικία χρέους (επίσημα το 2010), χωρίς να μπορεί να λάβει πρωτοβουλίες στον άμεσο σε αυτήν γεωοικονομικό ζωτικό χώρο. Όσο για τον κοινωνικό της ιστό;… ουδέν σχόλιο.

Αντίθετα, σε μια εποχή που το οικονομικό συμφέρον έχει «επικαλύψει» την πολιτική, τουλάχιστον στη Δύση, η Ερντογανική Τουρκία μετατρέπεται σε αυτόνομο πόλο ισχύος. Το 52% των τουρκικών εξαγωγών πηγαίνουν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρώτη φυσικά την Γερμανία, δευτερευόντως την Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία να ακολουθεί. Σύμφωνα με την Eurostat, η Άγκυρα είναι ο 6ος μεγαλύτερος εταίρος της Ε.Ε. για εισαγωγές αγαθών καθώς και ο 5ος μεγαλύτερος εξαγωγέας προϊόντων στην Ευρώπη (για το 2017).

Στον τομέα της ανάπτυξης αμυντικών συστημάτων, οι τουρκικές εταιρίες συνεργάζονται με ισπανικές, Βρετανικές και Γερμανικές, πάνω σε πλατφόρμες υψηλής τεχνολογίας. Ο τουρκικός στρατός έχοντας προ πολλού αναπτύξει συμπαραγωγές με Δυτικούς Κολοσσούς, καλύπτει πλέον τις ανάγκες του από εγχώριας κατασκευής οπλικά συστήματα σε ποσοστό 40 με 45% περίπου, θέτοντας ως στόχο να φτάσει το 80% το 2023! Οι τουρκικές στρατιωτικές βιομηχανίες δίνουν το παρών ολοένα και πιο πολύ σε ξένες εκθέσεις με καινοτομικά συστήματα (τεθωρακισμένο ΑTLAS, ρουκέτες, UAV Bayraktar κ.α.) κλείνοντας εμπορικές συμφωνίες. Ενδεικτικά μόνο, σύμφωνα με το πρακτορείο «Anadolu», η αμυντική και αεροπορική βιομηχανία της γείτονος, πραγματοποίησε εξαγωγές 2,14 δισ. δολαρίων μόνο το τελευταίο δεκάμηνο!

Επιπλέον, ο αναδυόμενος τομέας του τουρισμού, προσφέρει δελεαστικά πακέτα και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, έλκοντας ολοένα και περισσότερους ξένους επενδυτές στα τουρκικά παράλια.

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία διδάσκει πως οι σύμμαχοι, όπως και αν είναι αυτοί λέγονται, για να βοηθήσουν πρακτικά, πρέπει να ξέρουν ότι η χώρα που θα λάβει τη βοήθεια διαθέτει αυτόφωτη εξωτερική πολιτική και ισχυρή στρατιωτική προβολή (projection of power) στην περιφέρειά της. Με λίγα λόγια, δεν θα βοηθήσουν ένα «οικόπεδο» που - ούτος ή άλλωστε – ελέγχουν (πιο καλά εκμεταλλεύονται).

Συνεπώς, δεν είναι δύσκολο για τους συμμάχους να επιλέξουν σε ποιον θα τείνουν χείρα “αναγκαστικής φιλίας” μακροπρόθεσμα: Θα συνδράμουν αυτόν ο οποίος μπορεί να… συνδράμει πρώτα τον εαυτό του και δευτερευόντως τους ίδιους. Και δυστυχώς, αυτός είναι η Τουρκία. Βασικός κανόνας των διεθνών σχέσεων από τα χρόνια του Θουκυδίδη…

Άμεσα μέτρα… χθες

Έστω και στο παραπέντε, η ανυπόληπτη Αθήνα καλείται να προλάβει τα έσχατα. Άμεση ανακήρυξη ΑΟΖ με κατάθεση φακέλου στον ΟΗΕ και επίσπευση των επαφών με Κύπρο, Αίγυπτο, Ισραήλ και Λιβύη… και ότι βγει. Διαφορετικά αν η Τουρκία ξεκινήσει τις γεωτρήσεις νότια της Κρήτης όπως έκανε στην κυπριακή ΑΟΖ, δύσκολα θα φύγει. Ακόμα και αν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είναι έτοιμες για παν ενδεχόμενο, οι αντίστοιχες τουρκικές ίσως προβούν σε αντιπερισπασμούς (μικρά θερμά επεισόδια) σε Αιγαίο και Κύπρο με στόχο να προκαλέσουν σύγχυση στο «ασθενές» ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι η στρατιωτική εμπλοκή πρέπει να είναι για την χώρα μας η τελευταία πράξη του δράματος, αφού πρώτα εξαντληθούν όλες οι ειρηνικές επιλογές. Γι΄ αυτό, στην παρούσα φάση, ένας συνδυασμός που θα περιλαμβάνει την διπλωματική διεθνοποίηση της ελληνοτουρκικής διένεξης για την ΑΟΖ, με ταυτόχρονη ΕΚΤΑΚΤΗ ενίσχυση του στρατού, είναι πιο επιτακτικός από ποτέ… αν η Ελλάδα θέλει πράγματι να επιβιώσει μελλοντικά ως αυτόνομο γεωπολιτικό υποκείμενο.

*Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε σύγχρονη ιστορία και διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Londdon Metropolitan της Μεγάλης Βρετανίας