Ο μεγαλύτερος στόχος της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη κυρίως της ιδιωτικής οικονομίας μέσω προσέλκυσης νέων επενδύσεων, η αύξηση των πόρων των Δημοσίων Επενδύσεων, η ολοκλήρωση των αναγκαίων υποδομών και η αναβάθμιση της ενεργειακής πολιτικής, με βασική προτεραιότητα την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαφύλαξη περιβαλλοντικού ισοζυγίου σε νέες δραστηριότητες. Διότι το περιβάλλον αποτελεί ταυτόχρονα πλουτοπαραγωγικό πόρο τόσο του σήμερα όσο και του αύριο, του δικού μας αλλά και των επόμενων γενεών. Όταν μιλάμε όμως για έργα, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, δηλαδή ουσιαστικά για κάθε επέμβαση στο περιβάλλον, αναφερόμαστε και σε μια μεταβολή του Περιβαλλοντικού Αποτυπώματος. Κάθε φορά μπορεί αυτή να είναι είτε βίαιη είτε πολύ ομαλή και ανώδυνη. Και χρήσιμη εντέλει. Αυτή άλλωστε είναι η ουσία της βιώσιμης ανάπτυξης.

Για όλα τα παραπάνω υπάρχει η σχετική νομοθεσία η οποία βασίζεται σε ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία του Περιβάλλοντος. Για τα μικρά έργα και δραστηριότητες, που δεν επιβαρύνουν ουσιαστικά, προβλέπονται Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, ένας «κατάλογος» δράσεων και υποχρεώσεων του καθενός απέναντι στο κράτος και στους συμπολίτες του ώστε να διατηρείται το περιβάλλον. Αντίθετα για τα μεγαλύτερα έργα υπάρχουν άλλες διαδικασίες. Συγκεκριμένα, δεν νοείται «έργο» χωρίς Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία όταν εκπονηθεί ελέγχεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και στη συνέχεια αφού εγκριθεί στην τελική της μορφή, εκδίδεται η αντίστοιχη Α.Ε.Π.Ο (Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων), με βάση την οποία εκτελείται το έργο. Αυτή είναι που διασφαλίζει την ομαλή εκτέλεση του έργου και παράλληλα διαμορφώνει το αντίστοιχο πλαίσιο λειτουργίας του ώστε να μην υπάρχει υπέρμετρη αλλοίωση ή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος.

Μέχρι εδώ η διαδικασία είναι κατανοητή και πολύ λογική. Ας θυμηθούμε όμως πόσες επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες έχουν καθυστερήσει χαρακτηριστικά ή δεν έχουν υλοποιηθεί ποτέ λόγω των ατέρμονων γραφειοκρατικών διαδικασιών, του ασαφούς πλαισίου, αλλά και πόσες έχουν απενταχθεί από τα διάφορα προγράμματα συγχρηματοδότησης (ΕΣΠΑ, Αναπτυξιακό). Έργα ιδιαίτερα χρήσιμα για την κοινωνία, την κοινωνία και την ανάπτυξη διαφόρων περιοχών με έτοιμες μελέτες που δεν έγιναν ποτέ.

Σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού είναι η ηλεκτρονική υποβολή των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Μια διαδικασία που καθυστέρησε υπερβολικά να υιοθετηθεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως και οτιδήποτε άλλο αφορά την επενδυτική διαδικασία, αν και, όπως είναι γνωστό σε όλους, η ηλεκτρονική υποβολή είχε θεσμοθετηθεί από το 2011 με τον Νόμο Ν4014/2011 (πιο γνωστό για τις διατάξεις περί αυθαιρέτων, αλλά καίριο νομοθέτημα για την προστασία του περιβάλλοντος). Οι ράθυμοι ρυθμοί της διοίκησης και οι διαφορετικές προτεραιότητες των πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Περιβάλλοντος δεν επέτρεψαν να ενεργοποιηθεί γρήγορα το σύστημα που θα υποστηρίζει την ηλεκτρονική υποβολή. Και μπορεί πλέον να ξεκίνησε αλλά, ακόμη και σήμερα, το συγκεκριμένο σύστημα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα, γιατί ναι μεν δεν απαιτείται πλέον η παρουσία των μελετητών και των επενδυτών στις αρμόδιες υπηρεσίες, αλλά είναι χαρακτηριστική η καθυστέρηση, πολλές φορές σε υπερβολικό βαθμό, στην έγκριση ή και κυρίως στη γνωμοδότηση των συναρμόδιων υπηρεσιών.

Και αυτό το ζήτημα βέβαια θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί άμεσα και αποτελεσματικά, αν υπήρχε πραγματική βούληση από τον αρμόδιο Υπουργό. Αντίστοιχη άλλωστε λύση εφαρμόζεται εδώ και καιρό στη διαδικασία έκδοσης άδειας λειτουργίας στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, ακόμη και στις ξενοδοχειακές μονάδες. Προβλέπει τη γνωστοποίηση της μελέτης, αφού εξεταστεί η πληρότητα των δικαιολογητικών, κάτι που πλέον είναι εφικτό με το ηλεκτρονικό σύστημα, αυτόματα και με αποτέλεσμα εντός το πολύ 20 ημερών διαβούλευσης να εκδίδεται η αδειοδότηση. Βέβαια δεν είναι όλα τα μεγέθη έργων τα ίδια, ούτε η συνθετότητα των προβλημάτων, αλλά η κατεύθυνση μπορεί να ακολουθηθεί με τις προσαρμογές που χρειάζονται. Πρόκειται για μια διαδικασία fast track, η οποία καθιστά το μελετητή υπεύθυνο και εξυπηρετεί την επιτάχυνση της εκτέλεσης των αντίστοιχων έργων, προσδίδοντας θετικό αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία.