Γράφει ο Γιάννης Βαρελλάς

Τα πρόσφατα αυτά γεγονότα με τα «γιουσουφάκια» των Πρεσπών και τους «νταγλαράδες» της Μακεδονίτικης ιστορίας, για μία ακόμη φορά -όπως και σε τόσα άλλα ακανθώδη ζητήματα που απασχόλησαν κατά καιρούς την ελληνική κοινωνία- απέδειξαν τούτο: Την ανυπαρξία ουσίας στο επίπεδο που λανθασμένα αυτή κάθε φορά εκζητείται.

Κι εξηγούμαστε παρευθύς..

Όταν έχει απεμπολήσει κανείς ζωτικής σημασίας ενασχολήσεων στον καθημερινό του βίο με αυτά που συνθέτουν ένα άτομο σαν οντότητα και πολλές οντότητες μαζί ως ένα υγιές κοινωνικό σύνολο, που το παράξενο να συμβούν όλα αυτά;

Πεντακόσιες λέξεις περίπου μέτραγε καθώς έλεγε ο προσφάτως εκλιπών και μεγάλος  δάσκαλος Σαράντος Καργάκος ότι χρησιμοποιούν πια οι νέοι μας στο καθημερινό τους λεξιλόγιο. Όσες δηλαδή μπορεί να καταλάβει ένα ζώο ανώτερης ευφυΐας σαν το άλογο παραδείγματος χάρη.

Ποιός βγήκε αλήθεια στα σοβαρά να εναντιωθεί και οργανωμένα να αντιδράσει για αυτό το προδιαγεγραμμένο έγκλημα των τελευταίων δεκαετιών;

Toυναντίον, μακαρίως χασμώμενοι όλοι μες στο ξέφρενο αυτό ραβαΐσι των χαράμι κατεδαφίσεων των πάντων, ενώ η πολιτική σκηνή όπως είχε διαβλέψει ο τρισμέγιστος  Παναγιώτης Κονδύλης, ομοίαζε με κάποιον που ενώ δεν είχε πόδια, διόλου δεν έβαζε σκοτούρα στο νου του καθότι βάσιμα πίστευε πως την κρίσιμη ώρα, θα βγάλει φτερά.

Αποκόπτοντας όμως έναν λαό από την γλώσσα του, μοιραία τον αποκόπτεις σταδιακά κι από την ιστορία του.

Και όχι μόνο αυτό!

Συνάμα δημιουργείς και πολίτες - τέρατα, χωρίς αίσθηση του ιστορικού μέτρου που κινούνται πανεύκολα από το ένα άκρο στο άλλο στο επίπεδο της πολιτικής τοποθέτησης, που διαμαρτύρονται όχι για να διεκδικήσουν αλλά για να καταστρέψουν, που  «αληπασαδίζουν» αυθάδικα πάνω σε αυτά που ανήκουν σε όλους ενώ συγχρόνως   θεωρούν αυτονόητο ότι κάποιος θα τους ταΐζει μέχρι σκασμού, θα τους ποτίζει μέχρι εκρήξεως, θα τους μεταφέρει εποχούμενους, θα τους ντύνει ωσάν συβαρίτες και θα τους παρέχει γενικά όλα εκείνα τα καθέκαστα μιας άνετης και κυρίως ανέκοπης βιοτής.

Με τέτοια καθίζηση της «κατά κεφαλήν καλλιέργειας» λοιπόν κατά πως την ονοματίζει πετυχημένα ο Γιανναράς, είναι δυνατόν να προκύψει αιφνιδίως κάτι το τόσο αξιόλογο που να τινάξει με μιας την μπάνκα του στημένου παιχνιδιού στον αέρα;

Ω μα φυσικά όχι! Και γιατί όχι; Γιατί απλούστατα μάθαμε πολύ πρόχειρα και με εντελώς βραχυπρόθεσμα μέτρα να ζούμε οι πάντες.

Περιστρεφόμενοι υπερβολικά γύρω από τον κεντρικό άξονα του σαρκίου μας, επιλύουμε τις υποθέσεις μας με ένα και μόνο κατά βάση κριτήριο ασχέτως το αμπαλάρισμα που θα του επιχειρήσουμε: Τους επωφελείς για την ησυχία μας όρους.

(Ο Τσαρούχης έλεγε ότι ο Έλληνας θα έδινε και την ζωή του ακόμη για να μην πειράξει κανείς την ζωή του)

Καμιά εντύπωση ως εκ τούτου δεν πρέπει να μας κάνει το γεγονός πως εκλέξαμε ανθρώπους που εύστοχα «τσίμπησαν» το τωρινό αυτό συλλογικό υποσυνείδητο της «βολικής αγανάκτησης» και με ρητορικές πομφόλυγες που μέχρι και για βραβείο Νόμπελ θα πάνε, μπόρεσαν να επιλύσουν τέτοιου βεληνεκούς ζητήματα βγαίνοντας ενισχυμένοι κοινοβουλευτικά μάλιστα τη στιγμή που όλη η κοινωνία της στερνής μου γνώσης, είχε πιάσει τα κάγκελα και τους δρόμους.

Το λοιπόν και για να τελεύουμε σιγά - σιγά και το θέμα, η υπόθεση αυτή με το Μακεδονικό, θυμίζει και ολίγον ..και ολίγον.. και ολίγον Γκιωνάκη αν το σκεφτείς, μιας και που οι γκαζόζες γίνηκαν κιόλας ξανά της μοδός.

«Ποιοι κάθονταν  σε τούτο εδώ το τραπέζι μωρέ;» είναι σαν να ρωτάει ο ιστορικός του μέλλοντος αν όντως αποδειχτεί βλαπτική αυτή η συμφωνία.

Και από τα βάθη του παρελθόντος εμείς, ξεπεταγμένοι από κάποια παρηκμασμένη πια σέλφι δίπλα στα εντελώς ληγμένα τότενες δακρυγόνα, σεινάμενοι και κουνάμενοι με  διαρκές κέφι όμως  ακόμη υπό τους ρυθμούς του viral  των ημερών «..μη παραχαράσσετε την ιστορία..», να απαντούμε με αυτό το απόλυτα αιτιολογημένα έκπληκτο όσο και ζημιάρικο ύφος.

« Κανείς.. Μα κάθονται άλλωστε ποτέ οι άνθρωποι στο τραπέζι;...»