Νικηταρίδης: χάνεται ο θησαυρός της φύσης στις πλαγιές του Ταϋγέτου
Μοιράσου το άρθρο:
26-06-2013
Φθάνοντας στη Σπάρτη, θαύμασα για μια ακόμη φορά το αρχοντικό βουνό του Ταϋγέτου, που με την αγέρωχη πέτρινη κορμοστασιά του στέκει υποβλητικό, αγκαλιάζοντας με την άγρια θωριά του την πόλη.
Πορτοκαλιές και λιόδεντρα χαϊδεύουν τις παρυφές του, τυλίγοντας με μυρωδάτα μπουκέτα όχι μόνο τα κτήματα, μα και τις αυλές των σπιτιών.
Λάδι είχε αρκετό φέτος, όμως και πάλι δεν είχε τιμή. Πόσο μάλλον τα πορτοκάλια, που σε λίγο – αν ήδη δεν έχει συμβεί – θα είναι ασύμφορη η παραγωγή τους.
Που είναι και γιατί άραγε φύγανε εκείνες οι εποχές που τα πορτοκάλια Λακωνίας ήταν περιζήτητα και αρκούντως – για τους παραγωγούς – ακριβά; Που είναι και γιατί άραγε φύγανε οι εποχές που οι ελαιοπαραγωγοί της περιοχής μάζευαν όλες τις ελιές και όχι μόνο, όπως σήμερα κάνουν πολλοί, όσες αρκούν για το λάδι του σπιτικού και των φίλων;
Φταίνε οι Ευρωπαϊκές οδηγίες, οι μεσάζοντες, η αγροτική πολική, οι ακριβοί εργάτες, τα ελληνικά προϊόντα που εξάγονται και επανεισάγονται ως ξένα με καλύτερες τιμές;
Ή μήπως φταίμε εμείς, που δεν στηρίξαμε όσο έπρεπε τα ντόπια προϊόντα, παρασυρόμενοι τις προηγούμενες δεκαετίες από τη λαίλαπα της μόδας του ξενόφερτου;
Είτε πάλι ευθύνονται όσοι ταπείνωσαν την ποιότητα και ενίσχυσαν την ποσότητα της παραγωγής με χημικά και ορμόνες, ελέω του κέρδους ; Για να φθάσουμε σήμερα στη νέα μόδα των βιολογικών, που εκτός εξαιρέσεων, δίνουν ω του θαύματος προϊόντα βγαλμένα από καλούπια…
Τι θα γίνει στο μέλλον δεν γνωρίζω, ελπίζω μόνο της ¨Σπάρτης οι Πορτοκαλιές¨ που ύμνησε ο ποιητής, να μην αντικατασταθούν από σπαράγγια και οι φέροντες το αρχαίο πνεύμα ελιές, από καλαμπόκια…
Η ελπίδα πάντως παραμένει προστατευμένη στα απόκρημνα βράχια του Ταϋγέτου, ενός βουνού που ευτυχώς δεν ενδείκνυται για βίλες και δεν έχει και πολλά να κάψουνε οι γνωστοί - άγνωστοι, εδώ που τα λέμε.
Ας μείνουμε λοιπόν με τούτη την παρηγοριά στ΄ αγνάντι του βουνού, κι ας ελπίσουμε κάποτε και αν ακόμη δεν υπάρχει αγροτική παραγωγή, τα δέντρα να παραμείνουν έστω ως ανθισμένος καλλωπισμός μιας τουριστικής πόλης.
Αν γίνει βέβαια ποτέ πραγματικά τουριστική η δεύτερη πιο φημισμένη πόλη της ελληνικής – και όχι μόνο – αρχαιότητας. Μια πόλη, η οποία παραμένει παραμελημένη, μ΄ ένα αναξιοποίητο και ξέφραγο αμπέλι αρχαίο θέατρο, δίχως – ήμαρτον !!! – ένα μουσείο αντάξιο της παγκόσμιας φήμης μιας Σπάρτης. Και σίγουρα ένας Μυστράς δεν αρκεί για να φέρει την Άνοιξη.
Αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, από τις τόσες που πλημμυρίζουν και τελικά θα καταποντίσουν αυτή τη μοναδική χώρα…
Νίκος Νικηταρίδης
Πορτοκαλιές και λιόδεντρα χαϊδεύουν τις παρυφές του, τυλίγοντας με μυρωδάτα μπουκέτα όχι μόνο τα κτήματα, μα και τις αυλές των σπιτιών.
Λάδι είχε αρκετό φέτος, όμως και πάλι δεν είχε τιμή. Πόσο μάλλον τα πορτοκάλια, που σε λίγο – αν ήδη δεν έχει συμβεί – θα είναι ασύμφορη η παραγωγή τους.
Που είναι και γιατί άραγε φύγανε εκείνες οι εποχές που τα πορτοκάλια Λακωνίας ήταν περιζήτητα και αρκούντως – για τους παραγωγούς – ακριβά; Που είναι και γιατί άραγε φύγανε οι εποχές που οι ελαιοπαραγωγοί της περιοχής μάζευαν όλες τις ελιές και όχι μόνο, όπως σήμερα κάνουν πολλοί, όσες αρκούν για το λάδι του σπιτικού και των φίλων;
Φταίνε οι Ευρωπαϊκές οδηγίες, οι μεσάζοντες, η αγροτική πολική, οι ακριβοί εργάτες, τα ελληνικά προϊόντα που εξάγονται και επανεισάγονται ως ξένα με καλύτερες τιμές;
Ή μήπως φταίμε εμείς, που δεν στηρίξαμε όσο έπρεπε τα ντόπια προϊόντα, παρασυρόμενοι τις προηγούμενες δεκαετίες από τη λαίλαπα της μόδας του ξενόφερτου;
Είτε πάλι ευθύνονται όσοι ταπείνωσαν την ποιότητα και ενίσχυσαν την ποσότητα της παραγωγής με χημικά και ορμόνες, ελέω του κέρδους ; Για να φθάσουμε σήμερα στη νέα μόδα των βιολογικών, που εκτός εξαιρέσεων, δίνουν ω του θαύματος προϊόντα βγαλμένα από καλούπια…
Τι θα γίνει στο μέλλον δεν γνωρίζω, ελπίζω μόνο της ¨Σπάρτης οι Πορτοκαλιές¨ που ύμνησε ο ποιητής, να μην αντικατασταθούν από σπαράγγια και οι φέροντες το αρχαίο πνεύμα ελιές, από καλαμπόκια…
Η ελπίδα πάντως παραμένει προστατευμένη στα απόκρημνα βράχια του Ταϋγέτου, ενός βουνού που ευτυχώς δεν ενδείκνυται για βίλες και δεν έχει και πολλά να κάψουνε οι γνωστοί - άγνωστοι, εδώ που τα λέμε.
Ας μείνουμε λοιπόν με τούτη την παρηγοριά στ΄ αγνάντι του βουνού, κι ας ελπίσουμε κάποτε και αν ακόμη δεν υπάρχει αγροτική παραγωγή, τα δέντρα να παραμείνουν έστω ως ανθισμένος καλλωπισμός μιας τουριστικής πόλης.
Αν γίνει βέβαια ποτέ πραγματικά τουριστική η δεύτερη πιο φημισμένη πόλη της ελληνικής – και όχι μόνο – αρχαιότητας. Μια πόλη, η οποία παραμένει παραμελημένη, μ΄ ένα αναξιοποίητο και ξέφραγο αμπέλι αρχαίο θέατρο, δίχως – ήμαρτον !!! – ένα μουσείο αντάξιο της παγκόσμιας φήμης μιας Σπάρτης. Και σίγουρα ένας Μυστράς δεν αρκεί για να φέρει την Άνοιξη.
Αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, από τις τόσες που πλημμυρίζουν και τελικά θα καταποντίσουν αυτή τη μοναδική χώρα…
Νίκος Νικηταρίδης
Φθάνοντας στη Σπάρτη, θαύμασα για μια ακόμη φορά το αρχοντικό βουνό του Ταϋγέτου, που με την αγέρωχη πέτρινη κορμοστασιά του στέκει υποβλητικό, αγκαλιάζοντας με την άγρια θωριά του την πόλη.
Πορτοκαλιές και λιόδεντρα χαϊδεύουν τις παρυφές του, τυλίγοντας με μυρωδάτα μπουκέτα όχι μόνο τα κτήματα, μα και τις αυλές των σπιτιών.
Λάδι είχε αρκετό φέτος, όμως και πάλι δεν είχε τιμή. Πόσο μάλλον τα πορτοκάλια, που σε λίγο – αν ήδη δεν έχει συμβεί – θα είναι ασύμφορη η παραγωγή τους.
Που είναι και γιατί άραγε φύγανε εκείνες οι εποχές που τα πορτοκάλια Λακωνίας ήταν περιζήτητα και αρκούντως – για τους παραγωγούς – ακριβά; Που είναι και γιατί άραγε φύγανε οι εποχές που οι ελαιοπαραγωγοί της περιοχής μάζευαν όλες τις ελιές και όχι μόνο, όπως σήμερα κάνουν πολλοί, όσες αρκούν για το λάδι του σπιτικού και των φίλων;
Φταίνε οι Ευρωπαϊκές οδηγίες, οι μεσάζοντες, η αγροτική πολική, οι ακριβοί εργάτες, τα ελληνικά προϊόντα που εξάγονται και επανεισάγονται ως ξένα με καλύτερες τιμές;
Ή μήπως φταίμε εμείς, που δεν στηρίξαμε όσο έπρεπε τα ντόπια προϊόντα, παρασυρόμενοι τις προηγούμενες δεκαετίες από τη λαίλαπα της μόδας του ξενόφερτου;
Είτε πάλι ευθύνονται όσοι ταπείνωσαν την ποιότητα και ενίσχυσαν την ποσότητα της παραγωγής με χημικά και ορμόνες, ελέω του κέρδους ; Για να φθάσουμε σήμερα στη νέα μόδα των βιολογικών, που εκτός εξαιρέσεων, δίνουν ω του θαύματος προϊόντα βγαλμένα από καλούπια…
Τι θα γίνει στο μέλλον δεν γνωρίζω, ελπίζω μόνο της ¨Σπάρτης οι Πορτοκαλιές¨ που ύμνησε ο ποιητής, να μην αντικατασταθούν από σπαράγγια και οι φέροντες το αρχαίο πνεύμα ελιές, από καλαμπόκια…
Η ελπίδα πάντως παραμένει προστατευμένη στα απόκρημνα βράχια του Ταϋγέτου, ενός βουνού που ευτυχώς δεν ενδείκνυται για βίλες και δεν έχει και πολλά να κάψουνε οι γνωστοί - άγνωστοι, εδώ που τα λέμε.
Ας μείνουμε λοιπόν με τούτη την παρηγοριά στ΄ αγνάντι του βουνού, κι ας ελπίσουμε κάποτε και αν ακόμη δεν υπάρχει αγροτική παραγωγή, τα δέντρα να παραμείνουν έστω ως ανθισμένος καλλωπισμός μιας τουριστικής πόλης.
Αν γίνει βέβαια ποτέ πραγματικά τουριστική η δεύτερη πιο φημισμένη πόλη της ελληνικής – και όχι μόνο – αρχαιότητας. Μια πόλη, η οποία παραμένει παραμελημένη, μ΄ ένα αναξιοποίητο και ξέφραγο αμπέλι αρχαίο θέατρο, δίχως – ήμαρτον !!! – ένα μουσείο αντάξιο της παγκόσμιας φήμης μιας Σπάρτης. Και σίγουρα ένας Μυστράς δεν αρκεί για να φέρει την Άνοιξη.
Αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, από τις τόσες που πλημμυρίζουν και τελικά θα καταποντίσουν αυτή τη μοναδική χώρα…
Νίκος Νικηταρίδης
Πορτοκαλιές και λιόδεντρα χαϊδεύουν τις παρυφές του, τυλίγοντας με μυρωδάτα μπουκέτα όχι μόνο τα κτήματα, μα και τις αυλές των σπιτιών.
Λάδι είχε αρκετό φέτος, όμως και πάλι δεν είχε τιμή. Πόσο μάλλον τα πορτοκάλια, που σε λίγο – αν ήδη δεν έχει συμβεί – θα είναι ασύμφορη η παραγωγή τους.
Που είναι και γιατί άραγε φύγανε εκείνες οι εποχές που τα πορτοκάλια Λακωνίας ήταν περιζήτητα και αρκούντως – για τους παραγωγούς – ακριβά; Που είναι και γιατί άραγε φύγανε οι εποχές που οι ελαιοπαραγωγοί της περιοχής μάζευαν όλες τις ελιές και όχι μόνο, όπως σήμερα κάνουν πολλοί, όσες αρκούν για το λάδι του σπιτικού και των φίλων;
Φταίνε οι Ευρωπαϊκές οδηγίες, οι μεσάζοντες, η αγροτική πολική, οι ακριβοί εργάτες, τα ελληνικά προϊόντα που εξάγονται και επανεισάγονται ως ξένα με καλύτερες τιμές;
Ή μήπως φταίμε εμείς, που δεν στηρίξαμε όσο έπρεπε τα ντόπια προϊόντα, παρασυρόμενοι τις προηγούμενες δεκαετίες από τη λαίλαπα της μόδας του ξενόφερτου;
Είτε πάλι ευθύνονται όσοι ταπείνωσαν την ποιότητα και ενίσχυσαν την ποσότητα της παραγωγής με χημικά και ορμόνες, ελέω του κέρδους ; Για να φθάσουμε σήμερα στη νέα μόδα των βιολογικών, που εκτός εξαιρέσεων, δίνουν ω του θαύματος προϊόντα βγαλμένα από καλούπια…
Τι θα γίνει στο μέλλον δεν γνωρίζω, ελπίζω μόνο της ¨Σπάρτης οι Πορτοκαλιές¨ που ύμνησε ο ποιητής, να μην αντικατασταθούν από σπαράγγια και οι φέροντες το αρχαίο πνεύμα ελιές, από καλαμπόκια…
Η ελπίδα πάντως παραμένει προστατευμένη στα απόκρημνα βράχια του Ταϋγέτου, ενός βουνού που ευτυχώς δεν ενδείκνυται για βίλες και δεν έχει και πολλά να κάψουνε οι γνωστοί - άγνωστοι, εδώ που τα λέμε.
Ας μείνουμε λοιπόν με τούτη την παρηγοριά στ΄ αγνάντι του βουνού, κι ας ελπίσουμε κάποτε και αν ακόμη δεν υπάρχει αγροτική παραγωγή, τα δέντρα να παραμείνουν έστω ως ανθισμένος καλλωπισμός μιας τουριστικής πόλης.
Αν γίνει βέβαια ποτέ πραγματικά τουριστική η δεύτερη πιο φημισμένη πόλη της ελληνικής – και όχι μόνο – αρχαιότητας. Μια πόλη, η οποία παραμένει παραμελημένη, μ΄ ένα αναξιοποίητο και ξέφραγο αμπέλι αρχαίο θέατρο, δίχως – ήμαρτον !!! – ένα μουσείο αντάξιο της παγκόσμιας φήμης μιας Σπάρτης. Και σίγουρα ένας Μυστράς δεν αρκεί για να φέρει την Άνοιξη.
Αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, από τις τόσες που πλημμυρίζουν και τελικά θα καταποντίσουν αυτή τη μοναδική χώρα…
Νίκος Νικηταρίδης

















































