Βαρελλάς: Η εθνική μας μοναξιά
Μοιράσου το άρθρο:
01-04-2013
O προ της κρίσεως Έλληνας, ήταν θα λέγαμε το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που έλεγε ο Φρόιντ περί του «υπερεγώ», το οποίο εκδίδει συνεχώς εντολές, που το «εγώ» δε δύναται σωστά να διαχειριστεί.
Κάτι το ένδοξο παρελθόν των προγόνων που «τρέλανε» την υγιή τοποθέτησή του μέσα στον υπόλοιπο κόσμο μιας και αποδείχτηκε ανίκανος «να ζήσει με φυσικό και άνετο τρόπο την καταγωγή του» κατά τη ρήση του Χατζιδάκι, κάτι οι απανωτές μετακενώσεις που επιχείρησαν οι επίδοξοι «Κοραΐδες» της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατά «συρροήν» δικαιώματα που απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις μέσα σε μια μη παραγωγική κοινωνία, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, δε θέλει και πολύ για να μείνει ο άνθρωπος μόνος του τελικά.
Η μοναξιά αυτή όμως, δεν ήταν μια μοναξιά που θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι. Δεν ήταν εποικοδομητική. Δεν ήταν «συμφέρουσα» έστω βρε αδερφέ!
Ήταν μια μοναξιά που δε δημιουργήθηκε από κάποια βαθιά συναίσθηση μιας αυτοκριτικής διάθεσης που σε κάνει να πεις «στα τσακίδια... ας κάτσω λίγο καιρό μόνος μου να δω τί στο διάολο θα γίνω», αλλά μια μοναξιά που προήλθε από τη φρικώδη έλλειψη υπερ-μεγεθυμένων και διαστρεβλωμένων πραγμάτων, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν μέσα μας.
Έτσι λοιπόν, μπορεί να ΄χα την τζιπούρα και τη γκόμενα και το αυθαίρετο στην βουνοπλαγιά, αλλά να άκουγα Θεοδωράκη και να ένιωθα τραγικά μόνος, καθότι πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες με τους αγώνες του έθνους μου· ή να ήμουνα καραμπουζουκλής και λεβέντης, αλλά να πέφτανε και ολίγον τα σάλια μου όταν έβλεπα κάποιους να την περνάνε κοτσάνι χωρίς πολλά-πολλά νταραβέρια με ετούτα που για μένα ήντουσαν αρχές απαράβατες.
Ένα μάτσο καμώματα εν ολίγοις που όταν έλειπε κάποιο, ερχότανε η απόλυτη δυστυχία και μοναξιά.
Και τώρα εδώ! Στα χρόνια τα σκοτεινά τούτα που όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά.
Άνθρωποι κατάμονοι και σκυθρωποί, σα συνοδοί μιας πομπής ατελεύτητου πένθους.
Άνθρωποι άγρια φοβισμένοι με την αδιέξοδη ματιά σφαζόμενου ζώου στο βλέμμα.
Άνθρωποι κλεισμένοι πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους και κλειδαμπαρωμένοι μετά μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια του εαυτού τους.
Τί θα γίνει άραγε με τη νέα αυτή εκδοχή της εθνικής μας μοναξιάς;
Θα καταβυθίσει κι άλλο την ιδιότητα του πολίτη μέσα στο χαώδες μάγμα του οικονομικά κατεστραμμένου ανθρώπου ή μήπως αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού και με μια βαθιά απελευθέρωση του ατόμου από πράγματα που ασκούσαν κατεξουσιαστικές τάσεις μέσα του, οδηγήσει στην υπέροχα διατυπωμένη από τον καθηγητή Γιώργο Γραμματικάκη ως «Επανάσταση των Σιωπηλών», στη βουβή δηλαδή αυτή επανάσταση που δε θα στηρίζεται σε συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων.
Αχ βρε μοναξιά ελληνική μας, δουλειές που μας σκαρώνεις κάθε φορά για να ΄χουμε να τραβιόμαστε!
Γιάννης Βαρελλάς
Κάτι το ένδοξο παρελθόν των προγόνων που «τρέλανε» την υγιή τοποθέτησή του μέσα στον υπόλοιπο κόσμο μιας και αποδείχτηκε ανίκανος «να ζήσει με φυσικό και άνετο τρόπο την καταγωγή του» κατά τη ρήση του Χατζιδάκι, κάτι οι απανωτές μετακενώσεις που επιχείρησαν οι επίδοξοι «Κοραΐδες» της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατά «συρροήν» δικαιώματα που απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις μέσα σε μια μη παραγωγική κοινωνία, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, δε θέλει και πολύ για να μείνει ο άνθρωπος μόνος του τελικά.
Η μοναξιά αυτή όμως, δεν ήταν μια μοναξιά που θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι. Δεν ήταν εποικοδομητική. Δεν ήταν «συμφέρουσα» έστω βρε αδερφέ!
Ήταν μια μοναξιά που δε δημιουργήθηκε από κάποια βαθιά συναίσθηση μιας αυτοκριτικής διάθεσης που σε κάνει να πεις «στα τσακίδια... ας κάτσω λίγο καιρό μόνος μου να δω τί στο διάολο θα γίνω», αλλά μια μοναξιά που προήλθε από τη φρικώδη έλλειψη υπερ-μεγεθυμένων και διαστρεβλωμένων πραγμάτων, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν μέσα μας.
Έτσι λοιπόν, μπορεί να ΄χα την τζιπούρα και τη γκόμενα και το αυθαίρετο στην βουνοπλαγιά, αλλά να άκουγα Θεοδωράκη και να ένιωθα τραγικά μόνος, καθότι πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες με τους αγώνες του έθνους μου· ή να ήμουνα καραμπουζουκλής και λεβέντης, αλλά να πέφτανε και ολίγον τα σάλια μου όταν έβλεπα κάποιους να την περνάνε κοτσάνι χωρίς πολλά-πολλά νταραβέρια με ετούτα που για μένα ήντουσαν αρχές απαράβατες.
Ένα μάτσο καμώματα εν ολίγοις που όταν έλειπε κάποιο, ερχότανε η απόλυτη δυστυχία και μοναξιά.
Και τώρα εδώ! Στα χρόνια τα σκοτεινά τούτα που όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά.
Άνθρωποι κατάμονοι και σκυθρωποί, σα συνοδοί μιας πομπής ατελεύτητου πένθους.
Άνθρωποι άγρια φοβισμένοι με την αδιέξοδη ματιά σφαζόμενου ζώου στο βλέμμα.
Άνθρωποι κλεισμένοι πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους και κλειδαμπαρωμένοι μετά μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια του εαυτού τους.
Τί θα γίνει άραγε με τη νέα αυτή εκδοχή της εθνικής μας μοναξιάς;
Θα καταβυθίσει κι άλλο την ιδιότητα του πολίτη μέσα στο χαώδες μάγμα του οικονομικά κατεστραμμένου ανθρώπου ή μήπως αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού και με μια βαθιά απελευθέρωση του ατόμου από πράγματα που ασκούσαν κατεξουσιαστικές τάσεις μέσα του, οδηγήσει στην υπέροχα διατυπωμένη από τον καθηγητή Γιώργο Γραμματικάκη ως «Επανάσταση των Σιωπηλών», στη βουβή δηλαδή αυτή επανάσταση που δε θα στηρίζεται σε συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων.
Αχ βρε μοναξιά ελληνική μας, δουλειές που μας σκαρώνεις κάθε φορά για να ΄χουμε να τραβιόμαστε!
Γιάννης Βαρελλάς
O προ της κρίσεως Έλληνας, ήταν θα λέγαμε το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που έλεγε ο Φρόιντ περί του «υπερεγώ», το οποίο εκδίδει συνεχώς εντολές, που το «εγώ» δε δύναται σωστά να διαχειριστεί.
Κάτι το ένδοξο παρελθόν των προγόνων που «τρέλανε» την υγιή τοποθέτησή του μέσα στον υπόλοιπο κόσμο μιας και αποδείχτηκε ανίκανος «να ζήσει με φυσικό και άνετο τρόπο την καταγωγή του» κατά τη ρήση του Χατζιδάκι, κάτι οι απανωτές μετακενώσεις που επιχείρησαν οι επίδοξοι «Κοραΐδες» της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατά «συρροήν» δικαιώματα που απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις μέσα σε μια μη παραγωγική κοινωνία, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, δε θέλει και πολύ για να μείνει ο άνθρωπος μόνος του τελικά.
Η μοναξιά αυτή όμως, δεν ήταν μια μοναξιά που θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι. Δεν ήταν εποικοδομητική. Δεν ήταν «συμφέρουσα» έστω βρε αδερφέ!
Ήταν μια μοναξιά που δε δημιουργήθηκε από κάποια βαθιά συναίσθηση μιας αυτοκριτικής διάθεσης που σε κάνει να πεις «στα τσακίδια... ας κάτσω λίγο καιρό μόνος μου να δω τί στο διάολο θα γίνω», αλλά μια μοναξιά που προήλθε από τη φρικώδη έλλειψη υπερ-μεγεθυμένων και διαστρεβλωμένων πραγμάτων, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν μέσα μας.
Έτσι λοιπόν, μπορεί να ΄χα την τζιπούρα και τη γκόμενα και το αυθαίρετο στην βουνοπλαγιά, αλλά να άκουγα Θεοδωράκη και να ένιωθα τραγικά μόνος, καθότι πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες με τους αγώνες του έθνους μου· ή να ήμουνα καραμπουζουκλής και λεβέντης, αλλά να πέφτανε και ολίγον τα σάλια μου όταν έβλεπα κάποιους να την περνάνε κοτσάνι χωρίς πολλά-πολλά νταραβέρια με ετούτα που για μένα ήντουσαν αρχές απαράβατες.
Ένα μάτσο καμώματα εν ολίγοις που όταν έλειπε κάποιο, ερχότανε η απόλυτη δυστυχία και μοναξιά.
Και τώρα εδώ! Στα χρόνια τα σκοτεινά τούτα που όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά.
Άνθρωποι κατάμονοι και σκυθρωποί, σα συνοδοί μιας πομπής ατελεύτητου πένθους.
Άνθρωποι άγρια φοβισμένοι με την αδιέξοδη ματιά σφαζόμενου ζώου στο βλέμμα.
Άνθρωποι κλεισμένοι πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους και κλειδαμπαρωμένοι μετά μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια του εαυτού τους.
Τί θα γίνει άραγε με τη νέα αυτή εκδοχή της εθνικής μας μοναξιάς;
Θα καταβυθίσει κι άλλο την ιδιότητα του πολίτη μέσα στο χαώδες μάγμα του οικονομικά κατεστραμμένου ανθρώπου ή μήπως αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού και με μια βαθιά απελευθέρωση του ατόμου από πράγματα που ασκούσαν κατεξουσιαστικές τάσεις μέσα του, οδηγήσει στην υπέροχα διατυπωμένη από τον καθηγητή Γιώργο Γραμματικάκη ως «Επανάσταση των Σιωπηλών», στη βουβή δηλαδή αυτή επανάσταση που δε θα στηρίζεται σε συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων.
Αχ βρε μοναξιά ελληνική μας, δουλειές που μας σκαρώνεις κάθε φορά για να ΄χουμε να τραβιόμαστε!
Γιάννης Βαρελλάς
Κάτι το ένδοξο παρελθόν των προγόνων που «τρέλανε» την υγιή τοποθέτησή του μέσα στον υπόλοιπο κόσμο μιας και αποδείχτηκε ανίκανος «να ζήσει με φυσικό και άνετο τρόπο την καταγωγή του» κατά τη ρήση του Χατζιδάκι, κάτι οι απανωτές μετακενώσεις που επιχείρησαν οι επίδοξοι «Κοραΐδες» της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατά «συρροήν» δικαιώματα που απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις μέσα σε μια μη παραγωγική κοινωνία, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, δε θέλει και πολύ για να μείνει ο άνθρωπος μόνος του τελικά.
Η μοναξιά αυτή όμως, δεν ήταν μια μοναξιά που θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι. Δεν ήταν εποικοδομητική. Δεν ήταν «συμφέρουσα» έστω βρε αδερφέ!
Ήταν μια μοναξιά που δε δημιουργήθηκε από κάποια βαθιά συναίσθηση μιας αυτοκριτικής διάθεσης που σε κάνει να πεις «στα τσακίδια... ας κάτσω λίγο καιρό μόνος μου να δω τί στο διάολο θα γίνω», αλλά μια μοναξιά που προήλθε από τη φρικώδη έλλειψη υπερ-μεγεθυμένων και διαστρεβλωμένων πραγμάτων, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν μέσα μας.
Έτσι λοιπόν, μπορεί να ΄χα την τζιπούρα και τη γκόμενα και το αυθαίρετο στην βουνοπλαγιά, αλλά να άκουγα Θεοδωράκη και να ένιωθα τραγικά μόνος, καθότι πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες με τους αγώνες του έθνους μου· ή να ήμουνα καραμπουζουκλής και λεβέντης, αλλά να πέφτανε και ολίγον τα σάλια μου όταν έβλεπα κάποιους να την περνάνε κοτσάνι χωρίς πολλά-πολλά νταραβέρια με ετούτα που για μένα ήντουσαν αρχές απαράβατες.
Ένα μάτσο καμώματα εν ολίγοις που όταν έλειπε κάποιο, ερχότανε η απόλυτη δυστυχία και μοναξιά.
Και τώρα εδώ! Στα χρόνια τα σκοτεινά τούτα που όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά.
Άνθρωποι κατάμονοι και σκυθρωποί, σα συνοδοί μιας πομπής ατελεύτητου πένθους.
Άνθρωποι άγρια φοβισμένοι με την αδιέξοδη ματιά σφαζόμενου ζώου στο βλέμμα.
Άνθρωποι κλεισμένοι πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους και κλειδαμπαρωμένοι μετά μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια του εαυτού τους.
Τί θα γίνει άραγε με τη νέα αυτή εκδοχή της εθνικής μας μοναξιάς;
Θα καταβυθίσει κι άλλο την ιδιότητα του πολίτη μέσα στο χαώδες μάγμα του οικονομικά κατεστραμμένου ανθρώπου ή μήπως αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού και με μια βαθιά απελευθέρωση του ατόμου από πράγματα που ασκούσαν κατεξουσιαστικές τάσεις μέσα του, οδηγήσει στην υπέροχα διατυπωμένη από τον καθηγητή Γιώργο Γραμματικάκη ως «Επανάσταση των Σιωπηλών», στη βουβή δηλαδή αυτή επανάσταση που δε θα στηρίζεται σε συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων.
Αχ βρε μοναξιά ελληνική μας, δουλειές που μας σκαρώνεις κάθε φορά για να ΄χουμε να τραβιόμαστε!
Γιάννης Βαρελλάς

















































