notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Μητράκος: Η γιαγιά μου η... συκιά

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

29-03-2013

Απέναντι από το πατρικό μου σπίτι , μέσα σ’ ένα μπαξέ , υπάρχει μια γριά συκιά . Τη θυμάμαι από τότε που ένιωσα τον κόσμο , γι’ αυτό και τη νιώθω σαν γιαγιά μου , που τόσα χρόνια τώρα ήταν πάντοτε κοντά μου χωρίς ποτέ να μ’ εγκαταλείψει  . Πάντα εκεί ριζωμένη κοντά στο φράχτη  , το χειμώνα με γυμνά τα γκρίζα , λιγνά  μπράτσα της , την άνοιξη ντυμένη στο πράσινο , βελουδένιο φουστάνι της , το καλοκαίρι φορτωμένη γλυκά σαν το μέλι , κίτρινα , ώριμα σύκα , το φθινόπωρο με τα κίτρινα μεγάλα φύλλα της έτοιμα , πρώτα απ’ όλα τ’ άλλα , να αποχαιρετίσουν τα κλαδιά και να στρώσουν τη γη με το πάπλωμα του φθινοπώρου . Χίλιες φορές την έχουν κουτσουρέψει , χίλιες φορές έχει αναστηθεί .

Μικρά παιδιά παίζαμε στον ίσκιο της τα παιχνίδια που είχαμε μάθει στη «Χώρα του Ποτέ» , μαθαίναμε να σκαρφαλώνουμε πάνω στο γέρικο κορμί της (εκείνη δε βαρυγκομούσε ποτέ) , γνωριζόμαστε με τα ζουζούνια που την είχαν κάνει σπίτι τους , τραγουδάγαμε μαζί με τα τζιτζίκια τα ατέλειωτα καλοκαίρια των παιδικών μας  χρόνων , μαλώναμε με τους σπουργίτες που έρχονταν να μας «κλέψουν» τα γινωμένα σύκα...

Εγώ μεγάλωνα , η ζωή μου άλλαζε , έφευγα για να σπουδάσω , γύριζα , έφευγα ξανά για το στρατό , γύριζα , περιπλανιόμουν στα σχολεία που δούλευα , πάλι  γύριζα , η γιαγιά μου η Συκιά πάντα ήταν εκεί στη θέση της να με περιμένει και να με καλοσωρίζει .

Ποτέ δεν της είπα  της Γιαγιάς Συκιάς πόσο σπουδαίο είναι για έναν άνθρωπο να έχει κάποιες «σταθερές» στη ζωή του , κάποια , δηλαδή , πράγματα ή πρόσωπα που ξέρει πως οποιαδήποτε στιγμή τα χρειαστεί , οποιαδήποτε στιγμή τα αναζητήσει  θα τα βρει στο πλάι του . Είναι σαν το πλοίο που γυρίζει στις θάλασσες σε μεγάλα ταξίδια , βλέπει τόπους και γνωρίζει ανθρώπους ,αλλά η χαρά το περιμένει ΜΟΝΟ στο λιμάνι που άφησε πίσω του , στο λιμάνι το δικό του .

Κάθε άνοιξη , όταν τα πρώτα χελιδόνια σπαθίζουν τα γαλάζιο μετάξι του ουρανού , όταν αρχίζουν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας , όταν τα πουλάκια βγαίνουν αγνάντιο στα κλαδιά και κελαηδούν καλώντας τα ταίρια τους να ζευγαρώσουν , όταν τα δέντρα μπουμπουκιάζουν προοιωνίζοντας μιαν Ανάσταση που έρχεται μετά από ένα Πάθος , η Γιαγιά μου  η Συκιά  ανοίγει τη Γραφή και μου διαβάζει , με την ήσυχη , ζεστή φωνή της , ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου στο 24ο κεφάλαιο . Είναι εκεί που ο Χριστός μας , πάει να συναντήσει «το εκούσιον Πάθος» πάνω στην Ιερουσαλήμ .Βρίσκεται με τους Μαθητές του στο Ναό και τους μιλάει για τα σημεία της «συντελείας του αιώνος» τότε που «πάσαι αι φυλαί της γης … όψονται τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού…»  .

Κι επειδή οι Μαθητές δεν έδειχναν  να πολυ-καταλαβαίνουν ο  Διδάσκαλος τους εξηγεί : «Από δε της συκής μάθετε την παραβολήν . Όταν ήδη ο κλάδος αυτής γένηται απαλός και τα φύλλα εκφύει γινώσκεται ότι εγγύς το θέρος . Ούτω και υμείς όταν ίδητε ταύτα πάντα (τα σημεία)  , γινώσκετε ότι εγγύς εστίν επί θύραις (η δευτέρα κάθοδος του Κυρίου) .

Κι ύστερα η Γιαγιά η Συκιά , με κοιτάζει στοργικά για να δει αν κατάλαβα , χαμογελά και  ξεφυλλίζει τη Γραφή λίγο παραπέρα και  διαβάζει και από το 11ο κεφάλαιο του Μάρκου εκεί πάλι που ο Χριστός με τους  Μαθητές του οδεύει προς Ιερουσαλήμ και θέλει να τους δείξει πως πρέπει ο άνθρωπος να καρποφορεί καρπούς πνευματικούς διαφορετικά μοιάζει με το δέντρο το άκαρπο που ο γεωργός το κόβει και το ρίχνει στη φωτιά ή το αφήνει να ξεραθεί ως άχρηστο : «Και τη επαύριον εξελθόντων αυτών από Βηθανίας , επείνασε . και ιδών συκήν από μακρόθεν έχουσαν φύλλα , ήλθεν ει άρα τι ευρήσει εν αυτή . Και ελθών επ’ αυτήν ουδέν εύρεν ει μη φύλλα …και αποκριθείς είπεν αυτή : Μηκέτι εκ σου εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγοι . Και ήκουον οι μαθηταί αυτού .»

Αναστενάζει ύστερα η Γιαγιά Συκιά  και κλείνει τη Γραφή . Αυτή , δόξα τω Θεώ , κάνει  πάντα καρπούς κάθε καλοκαίρι και σίγουρα αν εκείνη είχε βρεθεί στο δρόμο του Κυρίου τότε , θα του είχε προσφέρει απλόχερα μερικά γινωμένα σύκα για να γλυκάνει το στόμα του από την πίκρα του μαρτυρίου που ερχόταν .

Αυτά μου διαβάζει η Γιαγιά μου η Συκιά κάθε Μάρτη  όταν την καλημερίζω απ’ το μπαλκόνι . Αν και χρόνια τα ακούω , κάθε φορά μου αρέσουν περισσότερο τα λόγια και τα διαβάσματά της , κάθε φορά καταλαβαίνω καλύτερα αυτά που κρύβονται στις Γραφές και στις ιστορίες της , κάθε φορά ανοίγει η καρδιά μου διάπλατα για να υποδεχθεί το Πάσχα που έρχεται .

Και κάθε φορά που ο Βαγγέλης και ο Γιαννάκης , τα εγγόνια μου , γυροφέρνουν τη Γιαγιά Συκιά ,  ακούνε τις ιστορίες που τους λέω γι’ αυτήν και γεύονται τα σύκα του καλοκαιριού , χαίρομαι απ΄ τα βάθη της ψυχής μου και παρακαλώ το Θεό να έχει καλά τα εγγονάκια μου και τη Γιαγιά μου τη Συκιά , ώστε όταν μεγαλώσουν ν’ ακούσουν κι αυτά τις ιστορίες που έχει να τους πει.


Βαγγέλης Μητράκος

Απέναντι από το πατρικό μου σπίτι , μέσα σ’ ένα μπαξέ , υπάρχει μια γριά συκιά . Τη θυμάμαι από τότε που ένιωσα τον κόσμο , γι’ αυτό και τη νιώθω σαν γιαγιά μου , που τόσα χρόνια τώρα ήταν πάντοτε κοντά μου χωρίς ποτέ να μ’ εγκαταλείψει  . Πάντα εκεί ριζωμένη κοντά στο φράχτη  , το χειμώνα με γυμνά τα γκρίζα , λιγνά  μπράτσα της , την άνοιξη ντυμένη στο πράσινο , βελουδένιο φουστάνι της , το καλοκαίρι φορτωμένη γλυκά σαν το μέλι , κίτρινα , ώριμα σύκα , το φθινόπωρο με τα κίτρινα μεγάλα φύλλα της έτοιμα , πρώτα απ’ όλα τ’ άλλα , να αποχαιρετίσουν τα κλαδιά και να στρώσουν τη γη με το πάπλωμα του φθινοπώρου . Χίλιες φορές την έχουν κουτσουρέψει , χίλιες φορές έχει αναστηθεί .

Μικρά παιδιά παίζαμε στον ίσκιο της τα παιχνίδια που είχαμε μάθει στη «Χώρα του Ποτέ» , μαθαίναμε να σκαρφαλώνουμε πάνω στο γέρικο κορμί της (εκείνη δε βαρυγκομούσε ποτέ) , γνωριζόμαστε με τα ζουζούνια που την είχαν κάνει σπίτι τους , τραγουδάγαμε μαζί με τα τζιτζίκια τα ατέλειωτα καλοκαίρια των παιδικών μας  χρόνων , μαλώναμε με τους σπουργίτες που έρχονταν να μας «κλέψουν» τα γινωμένα σύκα...

Εγώ μεγάλωνα , η ζωή μου άλλαζε , έφευγα για να σπουδάσω , γύριζα , έφευγα ξανά για το στρατό , γύριζα , περιπλανιόμουν στα σχολεία που δούλευα , πάλι  γύριζα , η γιαγιά μου η Συκιά πάντα ήταν εκεί στη θέση της να με περιμένει και να με καλοσωρίζει .

Ποτέ δεν της είπα  της Γιαγιάς Συκιάς πόσο σπουδαίο είναι για έναν άνθρωπο να έχει κάποιες «σταθερές» στη ζωή του , κάποια , δηλαδή , πράγματα ή πρόσωπα που ξέρει πως οποιαδήποτε στιγμή τα χρειαστεί , οποιαδήποτε στιγμή τα αναζητήσει  θα τα βρει στο πλάι του . Είναι σαν το πλοίο που γυρίζει στις θάλασσες σε μεγάλα ταξίδια , βλέπει τόπους και γνωρίζει ανθρώπους ,αλλά η χαρά το περιμένει ΜΟΝΟ στο λιμάνι που άφησε πίσω του , στο λιμάνι το δικό του .

Κάθε άνοιξη , όταν τα πρώτα χελιδόνια σπαθίζουν τα γαλάζιο μετάξι του ουρανού , όταν αρχίζουν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας , όταν τα πουλάκια βγαίνουν αγνάντιο στα κλαδιά και κελαηδούν καλώντας τα ταίρια τους να ζευγαρώσουν , όταν τα δέντρα μπουμπουκιάζουν προοιωνίζοντας μιαν Ανάσταση που έρχεται μετά από ένα Πάθος , η Γιαγιά μου  η Συκιά  ανοίγει τη Γραφή και μου διαβάζει , με την ήσυχη , ζεστή φωνή της , ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου στο 24ο κεφάλαιο . Είναι εκεί που ο Χριστός μας , πάει να συναντήσει «το εκούσιον Πάθος» πάνω στην Ιερουσαλήμ .Βρίσκεται με τους Μαθητές του στο Ναό και τους μιλάει για τα σημεία της «συντελείας του αιώνος» τότε που «πάσαι αι φυλαί της γης … όψονται τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού…»  .

Κι επειδή οι Μαθητές δεν έδειχναν  να πολυ-καταλαβαίνουν ο  Διδάσκαλος τους εξηγεί : «Από δε της συκής μάθετε την παραβολήν . Όταν ήδη ο κλάδος αυτής γένηται απαλός και τα φύλλα εκφύει γινώσκεται ότι εγγύς το θέρος . Ούτω και υμείς όταν ίδητε ταύτα πάντα (τα σημεία)  , γινώσκετε ότι εγγύς εστίν επί θύραις (η δευτέρα κάθοδος του Κυρίου) .

Κι ύστερα η Γιαγιά η Συκιά , με κοιτάζει στοργικά για να δει αν κατάλαβα , χαμογελά και  ξεφυλλίζει τη Γραφή λίγο παραπέρα και  διαβάζει και από το 11ο κεφάλαιο του Μάρκου εκεί πάλι που ο Χριστός με τους  Μαθητές του οδεύει προς Ιερουσαλήμ και θέλει να τους δείξει πως πρέπει ο άνθρωπος να καρποφορεί καρπούς πνευματικούς διαφορετικά μοιάζει με το δέντρο το άκαρπο που ο γεωργός το κόβει και το ρίχνει στη φωτιά ή το αφήνει να ξεραθεί ως άχρηστο : «Και τη επαύριον εξελθόντων αυτών από Βηθανίας , επείνασε . και ιδών συκήν από μακρόθεν έχουσαν φύλλα , ήλθεν ει άρα τι ευρήσει εν αυτή . Και ελθών επ’ αυτήν ουδέν εύρεν ει μη φύλλα …και αποκριθείς είπεν αυτή : Μηκέτι εκ σου εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγοι . Και ήκουον οι μαθηταί αυτού .»

Αναστενάζει ύστερα η Γιαγιά Συκιά  και κλείνει τη Γραφή . Αυτή , δόξα τω Θεώ , κάνει  πάντα καρπούς κάθε καλοκαίρι και σίγουρα αν εκείνη είχε βρεθεί στο δρόμο του Κυρίου τότε , θα του είχε προσφέρει απλόχερα μερικά γινωμένα σύκα για να γλυκάνει το στόμα του από την πίκρα του μαρτυρίου που ερχόταν .

Αυτά μου διαβάζει η Γιαγιά μου η Συκιά κάθε Μάρτη  όταν την καλημερίζω απ’ το μπαλκόνι . Αν και χρόνια τα ακούω , κάθε φορά μου αρέσουν περισσότερο τα λόγια και τα διαβάσματά της , κάθε φορά καταλαβαίνω καλύτερα αυτά που κρύβονται στις Γραφές και στις ιστορίες της , κάθε φορά ανοίγει η καρδιά μου διάπλατα για να υποδεχθεί το Πάσχα που έρχεται .

Και κάθε φορά που ο Βαγγέλης και ο Γιαννάκης , τα εγγόνια μου , γυροφέρνουν τη Γιαγιά Συκιά ,  ακούνε τις ιστορίες που τους λέω γι’ αυτήν και γεύονται τα σύκα του καλοκαιριού , χαίρομαι απ΄ τα βάθη της ψυχής μου και παρακαλώ το Θεό να έχει καλά τα εγγονάκια μου και τη Γιαγιά μου τη Συκιά , ώστε όταν μεγαλώσουν ν’ ακούσουν κι αυτά τις ιστορίες που έχει να τους πει.


Βαγγέλης Μητράκος

Η APELA προτείνει

image

Eτικέτες :
images Άρθρα
17-03-2026

Τι ζούμε!

images Άρθρα
11-02-2026

Η γλώσσα μας