notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Τζωρτζ Λυκούργος: Απο τη Σπάρτη στη Χονολουλού, κι απο το Βασαρά στο Κιλαουεα

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

06-10-2025

Γράφει ο Νίκος Νικηταρίδης

Ανασκαλεύοντας παλιές Aιγυπτιώτικες εφημερίδες συνάντησα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο στον αλεξανδρινό «Ταχυδρόμο» της 4/1/1948, με τίτλο: «Από την Σπάρτην εις Χαβάη: Ο Έλλην της Χονολουλού», το οποίο και αναπαράγω ως ιστορικό τεκμήριο, διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής:
 
Δύο ολοκλήρους σελίδας αφιερώνει η επιθεώρησις
«Διαφημιστής της Χονολουλού» -εκδιδομένη φυσικά εις την πρωτεύουσαν των παραδεισιακών νήσων της Χαβάης- δια την περιγραφήν της ζωής και της δράσεως ενός από τους παλαιοτέρους λευκούς εποίκους του μακρινού αυτού αρχιπελάγους του Ειρηνικού Ωκεανού.

Από τους λευκούς αυτούς που εγνώρισαν τα νησιά της Χαβάης όταν ακόμη εκυβερνούσεν ο ιθαγενής βασιλεύς Καλακάρνα και παρηκολούθησαν έπειτα την ανακήρυξιν των εις δημοκρατίαν, την μετατροπήν των εις Αμερικανικήν αποικίαν και τέλος την σχεδιαζομένην αναγνώρισιν των ως 49ης πολιτείας της Βορειοαμερικανικής Ομοσπονδίας, επιζούν τώρα μόνο πέντε πρόσωπα εις τον νησιωτικόν παράδεισον. Και ένας από τους πέντε αυτούς είναι 82ης ήδη Τζωρτζ Λυκούργος, γνήσιον τέκνον της ευάνδρους Μάνης.

Ο ομογενής αυτός, που αντιπροσωπεύει το ελληνικόν διαμόνιον εις τον μέσον του Ειρηνικού Ωκεανού, είναι τώρα ιδιοκτήτης ενός περίφημου τουριστικού ξενοδοχείου εις το χείλος του κρατήρα του μεγάλου ηφαιστείου Κιλαουέα , που αποτελεί ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της μεγαλυτέρας από τας νήσους της Χαβάης.

Η σταδιοδρομία του Έλληνος ξενοδόχου είναι στενότατα συνυφασμένη με την Χαβαϊνήν ιστορίαν της τελευταίας πεντοκονταετίας.

Είχε ξεκινήσει από την πατρίδα του Σπάρτην εις ηλικίαν 19 ετών και έφθασεν εις τον Άγιον Φραγκίσκον, όπου προσελήφθη εις την ανθούσαν επιχείρησιν ενός εξαδέλφου του, του Δ. Καμαρινού, εμπόρου χονδρικής πωλήσεως εις είδη μαναβικής και οινοπνευματώδη ποτά.

Αλλά ο νεαρός μετανάστης είχε και άλλους εξαδέλφους που από καιρού επιδίδοντο εις επικερδέστατον εμπόριον μεταξύ Χονολουλού και Αγίου Φραγκίσκου. Οι εξαδέλφοι αυτού εκαλούσαν επιμόνως τον νεαρόν Τζωρτζ να εγκατασταθεί εις την Χαβάην δια να εργασθεί μαζί των, επειδή όμως αυτός εδίσταζεν, διοργάνωσαν απλούστατα την βιαίαν απαγωγήν του από τον Άγιον Φραγκίσκον και την μεταφοράν του εις την Χονολουλού.

Αλλά ο διστακτικός Τζωρτζ μόλις επάτησε το πόδι του εις τον νησιωτικόν παράδεισον εμαγεύθη τόσον, ώστε κατά το 1893 εγκαταστάθηκε οικειοθελώς και μονίμως εκεί, ανοίξας μετ΄ ολίγον ένα ξενοδοχείον, εις το οποίον εδίδετο το όνομα «Σαν Σουσί» (1893).

Αλλά το «Σαν Σουσί» (χωρίς φροντίδα) έγινεν αιτία μεγάλων μπελάδων δια τον ρηξικέλευθον Τζωρζ Λυκούργον. Ήτο τότε μία περίοδος ζωηροτάτων πολιτικών ζυμώσεων εις την Χαβάην και το ξενοδοχείον του Έλληνος επιχειρηματίου μετετράπη εις κέντρον μιας ομάδος συνωμοτών. Το αποτέλεσμα ήτο να συλληφθεί και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ως αναμεμιγμένος εις την συνωμοσίαν και να παραμείνει επί 50 πλέον ημέρας εις την φυλακήν.

Όταν τέλος αφέθη ελεύθερος ευρήκε το ξενοδοχείον του ημικατεστραμμένον και τότε επήρε την μεγάλην απόφασιν να αποσυρθεί προς τα ύψη. Το περίφημον ηφαίστιον Κιλαουέα, που προσείλκυε τα πλήθη των τουριστών, είχε γοητεύσει και τον Έλληνα επιχειρηματίαν, ο οποίος συνδυάζων το τερπνόν μετά του ωφελίμου εσκέφθη να κτίσει ένα ξενοδοχείον εις το χείλος ακριβώς του πελωρίου κρατήρος. Το ξενοδοχείον αυτό, το περίφημον «Βολκάνο Χάουζ» (1904), λειτουργεί τώρα από πολλών δεκαετιών και έχει φιλοξενήσει εις τα δωμάτια του και τας αιθούσας του διασήμους επισκέπτας από όλον τον κόσμον.

Και όλοι οι επισκέπται που φθάνουν εκεί επάνω, μένουν γοητευμένοι όχι μόνον από την μεγαλοπρεπή θέαν του ηφαιστείου, αλλά και από την γνωριμίαν του γηραιού Έλληνος ξενοδόχου, που στα 82 του χρόνια εξακολουθεί να είναι ευθυτενής, γελαστός και υπερήφανος εκπρόσωπος του ελληνικού δαιμονίου εις την ξένην.
          
Ο Γεώργιος Λυκούργος είχε γεννηθεί στο Βασαρά το 1858, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του τουρισμού στη Χαβάη, συγκρούστηκε με την κυβέρνηση και κατηγορήθηκε για προδοσία. Αργότερα, συνετέλεσε στην ίδρυση του Ηφαιστειακού Παρατηρητηρίου της Χαβάης και του Εθνικού Πάρκου Ηφαιστείων της Χαβάης.

Ας σημειωθεί, πως μετά από μία έκρηξη του ηφαιστείου το 1952, σε ηλικία 93 ετών, ο Γ. Λυκούργος διοργάνωσε μία εκδήλωση για την προβολή του ξενοδοχείου, κατά την οποία θα πήγαινε καβάλα σ’ ένα άλογο μέχρι το χείλος του κρατήρα και θα έριχνε μέσα το τελετουργικό μπουκάλι του τζιν, μια παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε. Παρά τις προσπάθειες των υπεύθυνων του Πάρκου, η εκδήλωση έγινε όπως είχε προγραμματισθεί, προς μεγάλη ικανοποίηση των θεατών και του Τύπου.

Αξίζει να καταγραφούν επίσης, πως η περιοχή του ξενοδοχείου «Σαν Σουσί» αποκαλείται ακόμα «Sans Souci Beach», ενώ το «Βολκέινο Χάουζ» που ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε το 1953, σήμερα λειτουργεί με 33 δωμάτια, 10 καμπίνες και 16 θέσεις κάμπινγκ.

Ο Γεώργιος Λυκούργος -που με τη Σπαρτιάτισσα σύζυγο του Αθηνά Γερασίμου (1883 - 1937) είχε αποκτήσει τρία παιδιά, την Αντιγόνη, τον Λήο και τον Νίκολας- απεβίωσε το 1960 στη γειτονική κωμόπολη Βολκέινο σε ηλικία 101 ετών.

Ανασκαλεύοντας παλιές Aιγυπτιώτικες εφημερίδες συνάντησα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο στον αλεξανδρινό «Ταχυδρόμο» της 4/1/1948, με τίτλο: «Από την Σπάρτην εις Χαβάη: Ο Έλλην της Χονολουλού», το οποίο και αναπαράγω ως ιστορικό τεκμήριο, διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής:
 
Δύο ολοκλήρους σελίδας αφιερώνει η επιθεώρησις
«Διαφημιστής της Χονολουλού» -εκδιδομένη φυσικά εις την πρωτεύουσαν των παραδεισιακών νήσων της Χαβάης- δια την περιγραφήν της ζωής και της δράσεως ενός από τους παλαιοτέρους λευκούς εποίκους του μακρινού αυτού αρχιπελάγους του Ειρηνικού Ωκεανού.

Από τους λευκούς αυτούς που εγνώρισαν τα νησιά της Χαβάης όταν ακόμη εκυβερνούσεν ο ιθαγενής βασιλεύς Καλακάρνα και παρηκολούθησαν έπειτα την ανακήρυξιν των εις δημοκρατίαν, την μετατροπήν των εις Αμερικανικήν αποικίαν και τέλος την σχεδιαζομένην αναγνώρισιν των ως 49ης πολιτείας της Βορειοαμερικανικής Ομοσπονδίας, επιζούν τώρα μόνο πέντε πρόσωπα εις τον νησιωτικόν παράδεισον. Και ένας από τους πέντε αυτούς είναι 82ης ήδη Τζωρτζ Λυκούργος, γνήσιον τέκνον της ευάνδρους Μάνης.

Ο ομογενής αυτός, που αντιπροσωπεύει το ελληνικόν διαμόνιον εις τον μέσον του Ειρηνικού Ωκεανού, είναι τώρα ιδιοκτήτης ενός περίφημου τουριστικού ξενοδοχείου εις το χείλος του κρατήρα του μεγάλου ηφαιστείου Κιλαουέα , που αποτελεί ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της μεγαλυτέρας από τας νήσους της Χαβάης.

Η σταδιοδρομία του Έλληνος ξενοδόχου είναι στενότατα συνυφασμένη με την Χαβαϊνήν ιστορίαν της τελευταίας πεντοκονταετίας.

Είχε ξεκινήσει από την πατρίδα του Σπάρτην εις ηλικίαν 19 ετών και έφθασεν εις τον Άγιον Φραγκίσκον, όπου προσελήφθη εις την ανθούσαν επιχείρησιν ενός εξαδέλφου του, του Δ. Καμαρινού, εμπόρου χονδρικής πωλήσεως εις είδη μαναβικής και οινοπνευματώδη ποτά.

Αλλά ο νεαρός μετανάστης είχε και άλλους εξαδέλφους που από καιρού επιδίδοντο εις επικερδέστατον εμπόριον μεταξύ Χονολουλού και Αγίου Φραγκίσκου. Οι εξαδέλφοι αυτού εκαλούσαν επιμόνως τον νεαρόν Τζωρτζ να εγκατασταθεί εις την Χαβάην δια να εργασθεί μαζί των, επειδή όμως αυτός εδίσταζεν, διοργάνωσαν απλούστατα την βιαίαν απαγωγήν του από τον Άγιον Φραγκίσκον και την μεταφοράν του εις την Χονολουλού.

Αλλά ο διστακτικός Τζωρτζ μόλις επάτησε το πόδι του εις τον νησιωτικόν παράδεισον εμαγεύθη τόσον, ώστε κατά το 1893 εγκαταστάθηκε οικειοθελώς και μονίμως εκεί, ανοίξας μετ΄ ολίγον ένα ξενοδοχείον, εις το οποίον εδίδετο το όνομα «Σαν Σουσί» (1893).

Αλλά το «Σαν Σουσί» (χωρίς φροντίδα) έγινεν αιτία μεγάλων μπελάδων δια τον ρηξικέλευθον Τζωρζ Λυκούργον. Ήτο τότε μία περίοδος ζωηροτάτων πολιτικών ζυμώσεων εις την Χαβάην και το ξενοδοχείον του Έλληνος επιχειρηματίου μετετράπη εις κέντρον μιας ομάδος συνωμοτών. Το αποτέλεσμα ήτο να συλληφθεί και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ως αναμεμιγμένος εις την συνωμοσίαν και να παραμείνει επί 50 πλέον ημέρας εις την φυλακήν.

Όταν τέλος αφέθη ελεύθερος ευρήκε το ξενοδοχείον του ημικατεστραμμένον και τότε επήρε την μεγάλην απόφασιν να αποσυρθεί προς τα ύψη. Το περίφημον ηφαίστιον Κιλαουέα, που προσείλκυε τα πλήθη των τουριστών, είχε γοητεύσει και τον Έλληνα επιχειρηματίαν, ο οποίος συνδυάζων το τερπνόν μετά του ωφελίμου εσκέφθη να κτίσει ένα ξενοδοχείον εις το χείλος ακριβώς του πελωρίου κρατήρος. Το ξενοδοχείον αυτό, το περίφημον «Βολκάνο Χάουζ» (1904), λειτουργεί τώρα από πολλών δεκαετιών και έχει φιλοξενήσει εις τα δωμάτια του και τας αιθούσας του διασήμους επισκέπτας από όλον τον κόσμον.

Και όλοι οι επισκέπται που φθάνουν εκεί επάνω, μένουν γοητευμένοι όχι μόνον από την μεγαλοπρεπή θέαν του ηφαιστείου, αλλά και από την γνωριμίαν του γηραιού Έλληνος ξενοδόχου, που στα 82 του χρόνια εξακολουθεί να είναι ευθυτενής, γελαστός και υπερήφανος εκπρόσωπος του ελληνικού δαιμονίου εις την ξένην.
          
Ο Γεώργιος Λυκούργος είχε γεννηθεί στο Βασαρά το 1858, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του τουρισμού στη Χαβάη, συγκρούστηκε με την κυβέρνηση και κατηγορήθηκε για προδοσία. Αργότερα, συνετέλεσε στην ίδρυση του Ηφαιστειακού Παρατηρητηρίου της Χαβάης και του Εθνικού Πάρκου Ηφαιστείων της Χαβάης.

Ας σημειωθεί, πως μετά από μία έκρηξη του ηφαιστείου το 1952, σε ηλικία 93 ετών, ο Γ. Λυκούργος διοργάνωσε μία εκδήλωση για την προβολή του ξενοδοχείου, κατά την οποία θα πήγαινε καβάλα σ’ ένα άλογο μέχρι το χείλος του κρατήρα και θα έριχνε μέσα το τελετουργικό μπουκάλι του τζιν, μια παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε. Παρά τις προσπάθειες των υπεύθυνων του Πάρκου, η εκδήλωση έγινε όπως είχε προγραμματισθεί, προς μεγάλη ικανοποίηση των θεατών και του Τύπου.

Αξίζει να καταγραφούν επίσης, πως η περιοχή του ξενοδοχείου «Σαν Σουσί» αποκαλείται ακόμα «Sans Souci Beach», ενώ το «Βολκέινο Χάουζ» που ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε το 1953, σήμερα λειτουργεί με 33 δωμάτια, 10 καμπίνες και 16 θέσεις κάμπινγκ.

Ο Γεώργιος Λυκούργος -που με τη Σπαρτιάτισσα σύζυγο του Αθηνά Γερασίμου (1883 - 1937) είχε αποκτήσει τρία παιδιά, την Αντιγόνη, τον Λήο και τον Νίκολας- απεβίωσε το 1960 στη γειτονική κωμόπολη Βολκέινο σε ηλικία 101 ετών.

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
04-08-2025

Ελάδιον το ιερόν