notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Μητράκος: «Βιβλιοπωλείο Σαμπατάκου - 101 χρόνια ιστορίας και προσφοράς στη Σπάρτη»

slider_image
03-12-2020

«Μακάρι το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ νΆ αντέξει στην κρίση. Μακάρι ΟΛΑ τα βιβλιοπωλεία νΆ αντέξουν. Μέσα στο ράγισμα της εποχής περιμένουμε να φανεί νιο χορτάρι»

¶ρθρο του Βαγγέλη Μητράκου

«Το διάβασμα είναι όπως η τροφή και το νερό. Το πνεύμα που δεν διαβάζει χάνει βάρος, όπως ένα σώμα που δεν τρώει.»

Βίκτωρ Ουγκώ, 1802-1885, Γάλλος συγγραφέας

Και μόνο αυτά τα λόγια του Βίκτωρος Ουγκώ φτάνουν για να περιγράψουν την αξία του βιβλίου για τον άνθρωπο αλλά, παράλληλα, να δείξουν και την αξία των βιβλιοπωλείων, μέσω των οποίων φτάνει το βιβλίο στα χέρια των αναγνωστών.

Η Σπάρτη, από παλιά, ευτύχησε να έχει πολλά και καλά Βιβλιοπωλεία, που το καθένα άφησε το δικό του ιδιαίτερο αποτύπωμα στη ζωή και την ιστορία της πόλης. ΅Ένα απΆ αυτά ήταν και το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, ένα Βιβλιοπωλείο θρύλος, που συνεχίζει να λειτουργεί έως ΚΑΙ σήμερα, έχοντας κλείσει 101 χρόνια συνεχούς παρουσίας και προσφοράς στη Σπάρτη!!! Όταν ο Παναγιώτης Σαμπατάκος έφυγε από το χωριό του, το Λάγιο της Μάνης, και ήρθε στη Σπάρτη για μια καλύτερη τύχη και ζωή, βρήκε πρώτα δουλειά σαν υπάλληλος τυπογραφείου και ύστερα, στα 1919, άνοιξε το συνεταιρικό «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ-ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ: ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΣ – ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ», στην σημερινή οδό Λυκούργου (τότε Αμαλίας), αριθμός 13, λίγο παραπάνω από την πλατεία, στο ισόγειο ενός διώροφου νεοκλασικού ιδιοκτησίας Αλεξάνδρου Κουρή.

Στο νέο αυτό «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ-ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ» έβρισκες τα πάντα που είχαν σχέση με την τυπογραφία, το βιβλίο και το χαρτί: Βιβλία κάθε είδους, σχολικά είδη, χαρτικά, μπιλιέτα, φέιγ-βολάν, ακόμα και καλοτυπωμένες κορδέλες για στεφάνια κηδειών.

Οι δουλειές πήγαιναν καλά, ο Παναγιώτης Σαμπατάκος παντρεύτηκε την Ανθούλα Βασιλείου από τη Σπάρτη και ήρθανε και τρία παιδιά, ένα αγόρι και δύο κορίτσια: Ο Βαγγέλης, η Μαρία και η Ελένη.

Η Ανθούλα Βασιλείου προερχόταν από ευκατάστατη και διακεκριμένη οικογένεια της Σπάρτης κι ο πατέρας της, ο Γεώργιος Βασιλείου, διατηρούσε από τα τέλη του 19ου αι. και μετά, πολυκατάστημα εποχής (σιδηρικά, υαλικά, χρώματα, ραπτομηχανές, καθρέφτες, ψεκαστήρες, τσιμέντα, φυσίγγια, εργαλεία κ.α.) κοντά στην κεντρική πλατεία, με την επωνυμία «ΠΑΝΔΑΙΜΌΝΙΟ».

Από τα τρία παιδιά της οικογένειας Παναγιώτη και Ανθούλας Σαμπατάκου, ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, έμελλε να γίνει ο συνεχιστής της οικογενειακής επιχείρησης κατά τα ελληνικά πατροπαράδοτα.

Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1937 και ο πατέρας του, θέλοντας τα καλύτερα για τον γιο του, τον έστειλε να φοιτήσει στο ιδιωτικό σχολείο (Δημοτικό-Γυμνάσιο) ΚΑΛΕΜΗ στη Σπάρτη. Έτσι ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, απέκτησε την καλύτερη δυνατή μόρφωση και παιδεία για την εποχή του κι από μικρός, έζησε μέσα σΆ αυτή τη μαγευτική και ονειρική ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου και των βιβλίων.

Στην πορεία, ο Βαμβακάρης (ο συνεταίρος) απεχώρησε από την επιχείρηση και το βιβλιοπωλείο, στα 1965, πέρασε αποκλειστικά στα χέρια του Βαγγέλη Σαμπατάκου, με τον πατέρα του πάντα δίπλα του, συνοδοιπόρο και καθοδηγητή.



Η 10ετία του Ά60 ήταν μια γόνιμη και απελευθερωτικής ζωντάνιας περίοδος, ιδιαίτερα για το βιβλίο, μετά από το σκοτάδι του εμφυλίου και των πρώτων χρόνων του μετεμφυλιακού κράτους. Οι εξελίξεις στη λογοτεχνία ήταν πλούσιες και πολυσχιδείς, προσθέτοντας χτυπητές πινελιές στο πολύχρωμο φάσμα αυτής της δεκαετίας: Η βράβευση του ¶ξιον Εστί του Ελύτη (1960), το τιμητικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια της Στροφής (1961), η απονομή του βραβείου Νομπέλ στον Σεφέρη (1963), οι Μαρτυρίες (1963 και 1966) και οι Μονόλογοι της Τέταρτης Διάστασης του Ρίτσου, η μελοποίηση ποιημάτων κορυφαίων ποιητών από τον Μίκη Θεοδωράκη και η συνεργασία ποιητών και ζωγράφων (Σεφέρης, Ελύτης, Μόραλης), τα αφηγηματικά κείμενα με νεοτερική διάθεση (Τσίρκας, Πεντζίκης, Αξιώτη, Χειμωνάς, Γκρίτση-Μιλλιέξ) και τα νέα περιοδικά που συμβάλλουν σΆ αυτόν τον νεοτερικό προβληματισμό όπως η Κριτική (1959-1961), το Πάλι (1963-1966), οι Εποχές (1963-1967), περιοδικό με το οποίο η γενιά του Ά30 επανέρχεται στο προσκήνιο, η Επιθεώρηση Τέχνης κ.α. αποτελούν την καρποφορία μιας πνευματικής σποράς που είχε προηγηθεί.

Οι νέοι δημιουργοί προσπαθούν να βρουν καινούριους δρόμους στο βιβλίο: Το Φράγμα (1960) του Πλασκοβίτη, η τριλογία (Το Φύλλο, Το Πηγάδι, Τ΄ Αγγέλιασμα, 1961) του Βασιλικού, Το Τρίτο Στεφάνι (1962) του Ταχτσή, Το Λάθος (1965) του Σαμαράκη ή οι συλλογές διηγημάτων του Κουμανταρέα, του Χατζή, του Ιωάννου και το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (1964) του Βαλτινού προσπαθούν να αποτυπώσουν και να ερμηνεύσουν τις κοινωνικές αλλαγές, τη δυσκολία των Ελλήνων να μεταβληθούν σε αστούς, τα προβλήματα που αυτό δημιουργεί στη λειτουργία της οικογένειας, τα αδιέξοδα των νέων, την αιμορραγία της μετανάστευσης, τη βία του κράτους, την απειλή της τεχνολογίας, κλπ, κλπ.

Από την άλλη μεριά οι παλαιότεροι λογοτέχνες συνεχίζουν να παλεύουν με τις πληγές και τις μνήμες του Χθες: Ματωμένα Χώματα (1962) της Διδώς Σωτηρίου, Στου Χατζηφράγκου (1963) του Κοσμά Πολίτη, Λωξάντρα (1963) της Μαρίας Ιωαννίδου κ.α.. Κοντά σΆ αυτούς, όμως, υπήρξαν και παλαιοί δημιουργοί που εκφράζουν μιαν ανησυχία μεταφυσικού τύπου και μιαν απογοήτευση απέναντι στον ορθολογισμό της Δύσης όπως το Δοκίμιο Το Χαμένο Κέντρο (1961) του Ζήσιμου Λορεντζάτου, Οι καμπάνες, το κύκνειο άσμα του Γιώργου Θεοτοκά, Ο ¶ρτος των αγγέλων (1966) του Παντελή Πρεβελάκη, τα Τρία κρυφά ποιήματα (1966) του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος «μεταγράφει» εκείνο τον καιρό την Αποκάλυψη του Ιωάννη, κ.α.

Όλη αυτή η λογοτεχνική κοσμογονία της ανήσυχης και δημιουργικής 10ετίας του Ά60 «εισέβαλλε» ορμητικά στο προσκήνιο και ο Βαγγέλης Σαμπατάκος γεμάτος οράματα κι ευγενείς φιλοδοξίες μπόρεσε να τη διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δίνοντας έναν προωθημένο, ποιοτικό, πλουραλιστικό και πολυφωνικό χαρακτήρα στο βιβλιοπωλείο του, κάτι που ξεχώρισε το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ από τΆ άλλα βιβλιοπωλεία κι έκτοτε το ακολούθησε σΆ ολόκληρη την πορεία του έως ΚΑΙ σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη διάρκεια της 7χρονης δικτατορίας 1976-1974, ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, όντας δημοκράτης και ριψικινδυνεύοντας ως πολίτης κι επιχειρηματίας, έβαζε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου του βιβλία αριστερά, τα οποία με τρόπο «συνωμοτικό» αγόραζαν οι δημοκρατικοί πολίτες, χωρίς όμως ποτέ να ενοχληθεί από τα όργανα της Χούντας, είτε επειδή το επίπεδό τους ήταν τέτοιο που δεν αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενο των βιβλίων που έβλεπαν στη βιτρίνα, είτε γιατί ο Βαγγέλης Σαμπατάκος είχε ένα αυξημένο κύρος μέσα στη Σπάρτη και μια ιστορία που δεν τολμούσαν να αγγίξουν.

Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, έχοντας ο ίδιος μόρφωση, καλλιέργεια πνευματική και ψυχική, ιδέες προοδευτικές, ανησυχίες κοινωνικές και οράματα, δεν ήταν ένα απλός επαγγελματίας βιβλιοπώλης που πουλούσε το βιβλίο ως εμπόρευμα. Ήταν ένας πραγματικός λειτουργός του Βιβλίου, πασχίζοντας να κατανοήσει τις ανάγκες και τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας αλλά και του κάθε υποψήφιου αναγνώστη που έμπαινε στο βιβλιοπωλείο του, ώστε να τον βοηθά δημιουργικά στην επιλογή των βιβλίων και να έχει απαντήσεις σε κάθε απορία και σε κάθε ερώτηση και προβληματισμό του.



Για να μπορεί ο Βαγγέλης Σαμπατάκος νΆ ανταποκριθεί σΆ αυτόν τον ιδιαίτερο ρόλο που ήθελε να αναλάβει ως Βιβλιοπώλης και να μην είναι ένας απλός πωλητής γνώρισε τα βιβλία που έβαζε στα ράφια και στην προθήκη του βιβλιοπωλείου του ΚΑΙ απΆ έξω ΚΑΙ από μέσα. Έτσι δημιούργησε μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες - φίλους του και τους ενέπνεε να ξανάρθουν στο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, γιατί ήξεραν πως εκεί θα βρουν κάποιον να μιλήσουν για το βιβλίο που τους πρότεινε την προηγούμενη φορά και το διάβασαν, να ρωτήσουν πάλι και να επιλέξουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν και να ενημερωθούν για τις νέες εκδόσεις.

ΣΆ αυτή τη φιλοσοφία του Βαγγέλη Σαμπατάκου για το βιβλίο και τη δουλειά-λειτούργημα του βιβλιοπώλη προσχώρησε αμέσως, και μάλιστα πιο προωθημένα κι ενεργητικά, η σύζυγος του Βαγγέλη, η Βασιλική (Βάσω) Χρόνη του Λεωνίδα, από τη Σπάρτη.

Η Βασιλική, βιβλιόφιλος από μικρό παιδί, περνούσε, κάνοντας βόλτα με τις τρεις αδερφές της, από το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, κοίταζαν τα βιβλία στη βιτρίνα, έμπαιναν στο βιβλιοπωλείο, ξεφύλλιζαν τα βιβλία στον πάγκο, κατέβαζαν άλλα από τα ράφια, συζητούσαν με τον Βαγγέλη για τα βιβλία κι αν ζητούσαν κάποιο που δεν υπήρχε στο βιβλιοπωλείο άκουγαν πάντα τον Βαγγέλη να τους λέει: «Θα στο φέρω». Και … το Άφερνε. Αυτή η συχνή επαφή, η γνωριμία και η κοινή αγάπη για το βιβλίο έγινε ανθρώπινη ζεστασιά κι όταν η Βάσω, απόφοιτος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, άρχισε να εργάζεται στο ξενοδοχείο ΜΕΝΕΛΑΪΟΝ  όπου σύχναζε ο Βαγγέλης με την παρέα του για καφέ, η «ζεστασιά» έγινε αγάπη, μετά από 6 μήνες παντρεύτηκαν και η Βάσω άφησε τη δουλειά της στο ΜΕΝΕΛΑΪΟΝ κι άρχισε νΆ ασχολείται με το βιβλιοπωλείο, το οποίο κυριολεκτικά λάτρεψε μΆ όλη της την καρδιά.

Παρέα με τον Βαγγέλη και με την παρουσία του πεθερού της που έπαιρνε μια καρέκλα και καθόταν έξω από το Βιβλιοπωλείο για να θυμίζει και να θυμάται την ιστορία και τη διαδρομή του, η Βάσω Χρόνη - Σαμπατάκου έδωσε νέα πνοή στο Βιβλιοπωλείο και κάποια στιγμή, εκτιμώντας πως το παλαιό αυτό Βιβλιοπωλείο είχε κλείσει τον κύκλο του και πως έπρεπε να μπει στη νέα εποχή και τις ανάγκες της, πρότεινε τη μεταφορά του Βιβλιοπωλείου σε νέο σύγχρονο και μεγαλύτερο κτήριο. Ο κυρ- Παναγιώτης ο Σαμπατάκος, η ρίζα του Βιβλιοπωλείου, γέροντας πια, αντέδρασε. Εξήντα ολόκληρα χρόνια στη θέση αυτή, δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι μπορεί να πάνε κάπου αλλού. ¶λλωστε, με τη δική του ματιά, η θέση αυτή ήτανε προνομιακή, επειδή εκεί κοντά ήταν τα μεγάλα καταστήματα της εποχής, το πρακτορείο λεωφορείων του Μυστρά στη γωνία Λυκούργου και Αγησιλάου, το άλλο πρακτορείο της Λογγάστρας στην Αγησιλάου λίγο πιο πέρα, το παζάρι, το μεγάλο καφενείο του ΛΑΔΑ κλπ. Τελικά ο κυρ- Παναγιώτης πείσθηκε και κάπου στα μέσα της 10ετίας του Ά80 το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο κατάστημα (εκεί που είναι και σήμερα) στην οδό Κ. Παλαιολόγου 26, όπου πριν λειτουργούσε το ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΖΑΝΕΤΕΑ.

https://www.apela.gr/content/images/photos/138317/1.JPG

Η ιδέα και η επιμονή της Βάσως ΔΙΚΑΙΩΘΗΚΕ απόλυτα. Το νέο, μεγάλο και μοντέρνο στην όψη, στην οργάνωση και στη λειτουργικότητα βιβλιοπωλείο απογειώθηκε κυριολεκτικά. Πολλή δουλειά και κούραση μεγάλη, μαζί όμως και η ικανοποίηση για τα αποτελέσματα. Κι επειδή, όλα τελικά είναι θέμα ανθρώπου, η Βάσω και ο Βαγγέλης κατάφεραν να συνδυάσουν αρμονικά τη νέα ατμόσφαιρα με την παραδοσιακή λειτουργία του βιβλιοπωλείου τους και την ιδιαίτερη σχέση με τους πελάτες – φίλους, οι οποίοι συνέχισαν να έρχονται στο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ ξέροντας πως εκεί θα βρουν φίλους που ξέρουν πολύ καλά τα  βιβλία (όχι μόνο «κατΆ όψιν») και θα απολαύσουν αυτήν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, με την κουβέντα, το καφεδάκι, το «ψάξιμο» στα ράφια, την επιτόπου ανάγνωση αποσπασμάτων κλπ. Στο μεταξύ ήρθαν στη ζωή τους και δύο παιδιά, ο Παναγιώτης και ο Λεωνίδας, και τίποτε δεν έλειπε πια από το περιβόλι της ζωής του Βαγγέλη και της Βάσως. Η Βάσω είχε γίνει πλέον μια υποδειγματική βιβλιοπώλης και ο Βαγγέλης είχε την ωριμότητα, μαζί και την αγάπη, να της δίνει χώρο βγαίνοντας λίγο ο ίδιος από το κάδρο.

Δεν υπήρχε καινούριο και αξιόλογο βιβλίο που να μην κοσμήσει, αμέσως μετά την έκδοσή του, τη βιτρίνα και τα ράφια του ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ. Παρά τη σκληρή και πολύωρη δουλειά, απΆ το πρωί ως το βράδυ, η Βάσω έβρισκε χρόνο να διαβάζει όσο περισσότερα βιβλίαμπορούσε και να ενημερώνεται από τις κριτικές γιΆ αυτά, ώστε να βοηθά τους πελάτες της να κάνουν τις καλύτερες δυνατές επιλογές. Παράλληλα, το νέο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ έδωσε μια καινούρια ποιοτική προοπτική στη λειτουργία του, οργανώνοντας εκδηλώσεις για μεγάλους Έλληνες λογοτέχνες και ποιητές, όπως ο Βρεττάκος, ο Ρίτσος, ο Σικελιανός κ.α. γενόμενο εστία πολιτισμού, γραμμάτων και τεχνών για την τοπική κοινωνία.

Με την πολύχρονη παρουσία του, τον τρόπο λειτουργίας του, την ενημερωμένη και πλήρη, ποιοτική βιβλιοθήκη του και κυρίως με την προσωπικότητα του Βαγγέλη και της Βάσως το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥαπέκτησε μια καθΆ όλα δικαιωματική καταξίωση και τΆ όνομά του ξεπέρασε τα στενά όρια της Σπάρτης και της Λακωνίας. Εκτός από τους βιβλιόφιλους απλούς επισκέπτες της πόλης που το ενέταξαν στις αναζητήσεις τους, και πολλοί επώνυμοι (συγγραφείς και ποιητές, άνθρωποι του Πνεύματος και της Τέχνης αλλά και πολιτικοί) που βρέθηκαν στη Σπάρτη, ένιωσαν την ανάγκη να επισκεφθούν και να γνωρίσουν από κοντά αυτόν το «ναό του βιβλίου» με την πολύχρονη ιστορία και διαδρομή. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Γιάννης Ρίτσος, η Εύα Σικελιανού, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιάννης Καλπούζος, η Σοφία Ζαραμπούκα, η Ευγενία Φακίνου, ο Στήβεν Πρέσφιλντ, ο Ανδρέας  Παπανδρέου, ο Κων/νος Καραμανλής (ο νεότερος), ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης κ.ά. είναι μόνο μερικοί απΆ αυτούς.

Τα χρόνια περνούσαν και το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ όλο και φορτωνόταν με μνήμες και αξία και δυνάμωνε τη σχέση του με την παράδοση και την ιστορία της Σπάρτης. Παράλληλα, γινόταν, εκτός από ένα σύγχρονο κι ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, κι ένα ζωντανό Μουσείο Βιβλίου, αφού στα ράφια του οι σύγχρονες εκδόσεις συντρόφευαν παλαιές και σπάνιες εκδόσεις που «έρχονταν» από τις παλιές εποχές του Βιβλιοπωλείου. Ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο, δηλαδή, της γνώσης, όπου είχες (κι έχεις ακόμα) την ευκαιρία να έρθεις σε επαφή με μιαν άλλη εποχή και μιαν άλλη αισθητική του Βιβλίου. Είναι αλήθεια ότι στο Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ μπορεί κανείς να βρει ό,τι δεν μπόρεσε να βρει αλλού πουθενά: Τίτλους εξαντλημένους , βιβλία που θεωρούσε χαμένα, σπάνιες εκδόσεις αξιόλογων δημιουργών του Πνεύματος και της Τέχνης, μια  γνώση - δηλαδή - που θα είχε χαθεί αν δεν έβρισκε καταφύγιο στα ράφια του Βιβλιοπωλείου ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, καρτερώντας υπομονετικά κάποιους να την αναγνωρίσουν και να τη διασώσουν.

Ακόμα και σήμερα δε λείπουν από το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ οι εικόνες βιβλιόφιλων, οι οποίοι, πάντα με την ενθάρρυνση της Βάσως Σαμπατάκου, έχουν «χαθεί» κυριολεκτικά στην αναδίφηση εντός των παλιών βιβλίων που ανακαλύπτουν στα ράφια του Βιβλιοπωλείου. Γιατί στο Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, εδώ και πολλά χρόνια, το επάγγελμα «βιβλιοπώλης» πηγαίνει χέρι - χέρι με το μεράκι να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη, η αξία και η παράδοση του καλού βιβλίου. Εδώ θα βρεις τους πολύ μεγάλους σε ηλικία αναγνώστες αλλά και τους πολύ νέους, ακόμα και παιδιά, τους μαθητές, τους φοιτητές αλλά και τους δασκάλους και τους επιστήμονες, τους απλούς βιβλιόφιλους που απλώς αναζητούν ένα καλό βιβλίο αλλά και τους ερευνητές, τους συλλέκτες και τους νοσταλγούς που κυνηγάνε ακόμα τις χίμαιρες της ζωής τους. Πραγματικά, μέσα στις σελίδες των βιβλίων του ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ υπάρχει η ανάσα των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί στην εκατόχρονη πορεία του, υπάρχει και ζει «Η Μνήμη», μαζί και μια άλλη θέαση στο μέλλον, αφού βλέπει σε ένα μεγαλύτερο βάθος το παρελθόν.

https://www.apela.gr/content/images/photos/138317/1.JPG

Κι ύστερα, εδώ και αρκετά χρόνια, έφτασε απρόσμενα η κρίση του βιβλίου. Μια κρίση που ήρθε σαν αποτέλεσμα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και ηθικής κρίσης, η οποία σαν ύπουλη ασθένεια πρόσβαλλε τη χώρα. Όλο και λιγότεροι είναι, πλέον, οι άνθρωποι που διαβάζουν, όλο και λιγότεροι είναι οι άνθρωποι που θεωρούν το βιβλίο αξία ζωής, όλο και λιγότεροι είναι οι άνθρωποι που μπαίνουν στα Βιβλιοπωλεία για νΆ αγοράσουν ένα βιβλίο, όλο και λιγότερα είναι τα νέα παιδιά που ανοίγουν ένα βιβλίο, αφού, δυστυχώς, το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και ο νέος τρόπος ζωής και ιεράρχησης αξιών αποτρέπει τα παιδιά από την ανάγνωση και τα αποξενώνει από τους θησαυρούς της λογοτεχνίας, της ποίησης και του πνεύματος.
 
«Σήμερα έρχεται μια γενιά που δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του βιβλίου.Πολιτισμός όμως δεν υπάρχει χωρίς βιβλίο.

Πρέπει να γκρεμίσουμε την αυταπάτη που λέει ότι τα πάντα υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Ως συγγραφέας, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι δεν υπάρχουν τα πάντα στο Διαδίκτυο. Ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα γράψω αν δεν έβρισκα τις πληροφορίες που θέλω μες στα βιβλία.

Δημιουργούμε αυτή τη στιγμή μία γενιά που δεν ξέρει αυτό το βασικό. Πώς αυτά τα παιδιά αύριο θα ανατρέξουν και θα γράψουν; Θα μπαίνουν στη Wikipedia, θα βρίσκουν μια πληροφορία και θα αναμασούν όλοι το ίδιο, θα κλέβει ο ένας τον άλλο.»

Ιωάννης Πανουτσόπουλος , συγγραφέας - ιδιοκτήτης Παλαιοβιβλιοπωλείου , εφ. ΑΥΓΗ , 8 .7. 2019

ΠαρΆ όλη την κρίση του βιβλίου, όμως, που όλο και βαθαίνει, το Βιβλιοπωλείο  ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, με 101 ολόκληρα χρόνια ιστορίας πίσω του, αντέχει. «Αισθάνεται» ότι οφείλει να αντέξει. Πάει κόντρα στην κρίση και στους καιρούς με την υπομονή, τη σύνεση και τη σοφία των χρόνων και  κρατά σαν παρακαταθήκη τον χαρακτήρα που σφυρηλάτησε τόσα χρόνια, παραμένοντας φωτεινός σηματοδότης και γλυκιά επιστροφή σε μέρες όμορφες και ηλιοφόρες. Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος έχει αποσυρθεί, πλέον, και η 3η γενιά του βιβλιοπωλείου, ο γιος του ο Λεωνίδας Σαμπατάκος, εξοικειωμένος με το «Καλό Πνεύμα» που κατοικεί επί 101 χρόνια στο Βιβλιοπωλείο τού παππού του και των γονιών του, έχει αρχίσει να πηδαλιουχεί το καράβι του ιστορικού αυτού Βιβλιοπωλείου της Σπάρτης στις νέες ανταριασμένες θάλασσες των καιρών, με την ευχή του παππού του, με τη συμπαράσταση της μητέρας του της Βάσως Σαμπατάκου και την έγνοια του πατέρα του, για τους οποίους το Βιβλιοπωλείο είναι η ίδια τους η ζωή.

Μακάρι το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ νΆ αντέξει στην κρίση. Μακάρι ΟΛΑ τα βιβλιοπωλεία νΆ  αντέξουν. Μέσα στο ράγισμα της εποχής περιμένουμε να φανεί νιο χορτάρι. Γιατί, διαφορετικά, μια ζωή χωρίς Βιβλιοπωλεία, μια ζωή χωρίς βιβλία, δεν θα είναι παρά έρημος χωρίς όαση, θα είναι ουρανός χωρίς ήλιο και φως, θα είναι ο καιρός που «προφήτευσε» ο Γιώργος Σεφέρης:

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί•
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τΆ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.

¶ρθρο του Βαγγέλη Μητράκου

«Το διάβασμα είναι όπως η τροφή και το νερό. Το πνεύμα που δεν διαβάζει χάνει βάρος, όπως ένα σώμα που δεν τρώει.»

Βίκτωρ Ουγκώ, 1802-1885, Γάλλος συγγραφέας

Και μόνο αυτά τα λόγια του Βίκτωρος Ουγκώ φτάνουν για να περιγράψουν την αξία του βιβλίου για τον άνθρωπο αλλά, παράλληλα, να δείξουν και την αξία των βιβλιοπωλείων, μέσω των οποίων φτάνει το βιβλίο στα χέρια των αναγνωστών.

Η Σπάρτη, από παλιά, ευτύχησε να έχει πολλά και καλά Βιβλιοπωλεία, που το καθένα άφησε το δικό του ιδιαίτερο αποτύπωμα στη ζωή και την ιστορία της πόλης. ΅Ένα απΆ αυτά ήταν και το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, ένα Βιβλιοπωλείο θρύλος, που συνεχίζει να λειτουργεί έως ΚΑΙ σήμερα, έχοντας κλείσει 101 χρόνια συνεχούς παρουσίας και προσφοράς στη Σπάρτη!!! Όταν ο Παναγιώτης Σαμπατάκος έφυγε από το χωριό του, το Λάγιο της Μάνης, και ήρθε στη Σπάρτη για μια καλύτερη τύχη και ζωή, βρήκε πρώτα δουλειά σαν υπάλληλος τυπογραφείου και ύστερα, στα 1919, άνοιξε το συνεταιρικό «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ-ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ: ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΣ – ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ», στην σημερινή οδό Λυκούργου (τότε Αμαλίας), αριθμός 13, λίγο παραπάνω από την πλατεία, στο ισόγειο ενός διώροφου νεοκλασικού ιδιοκτησίας Αλεξάνδρου Κουρή.

Στο νέο αυτό «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ-ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ» έβρισκες τα πάντα που είχαν σχέση με την τυπογραφία, το βιβλίο και το χαρτί: Βιβλία κάθε είδους, σχολικά είδη, χαρτικά, μπιλιέτα, φέιγ-βολάν, ακόμα και καλοτυπωμένες κορδέλες για στεφάνια κηδειών.

Οι δουλειές πήγαιναν καλά, ο Παναγιώτης Σαμπατάκος παντρεύτηκε την Ανθούλα Βασιλείου από τη Σπάρτη και ήρθανε και τρία παιδιά, ένα αγόρι και δύο κορίτσια: Ο Βαγγέλης, η Μαρία και η Ελένη.

Η Ανθούλα Βασιλείου προερχόταν από ευκατάστατη και διακεκριμένη οικογένεια της Σπάρτης κι ο πατέρας της, ο Γεώργιος Βασιλείου, διατηρούσε από τα τέλη του 19ου αι. και μετά, πολυκατάστημα εποχής (σιδηρικά, υαλικά, χρώματα, ραπτομηχανές, καθρέφτες, ψεκαστήρες, τσιμέντα, φυσίγγια, εργαλεία κ.α.) κοντά στην κεντρική πλατεία, με την επωνυμία «ΠΑΝΔΑΙΜΌΝΙΟ».

Από τα τρία παιδιά της οικογένειας Παναγιώτη και Ανθούλας Σαμπατάκου, ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, έμελλε να γίνει ο συνεχιστής της οικογενειακής επιχείρησης κατά τα ελληνικά πατροπαράδοτα.

Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1937 και ο πατέρας του, θέλοντας τα καλύτερα για τον γιο του, τον έστειλε να φοιτήσει στο ιδιωτικό σχολείο (Δημοτικό-Γυμνάσιο) ΚΑΛΕΜΗ στη Σπάρτη. Έτσι ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, απέκτησε την καλύτερη δυνατή μόρφωση και παιδεία για την εποχή του κι από μικρός, έζησε μέσα σΆ αυτή τη μαγευτική και ονειρική ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου και των βιβλίων.

Στην πορεία, ο Βαμβακάρης (ο συνεταίρος) απεχώρησε από την επιχείρηση και το βιβλιοπωλείο, στα 1965, πέρασε αποκλειστικά στα χέρια του Βαγγέλη Σαμπατάκου, με τον πατέρα του πάντα δίπλα του, συνοδοιπόρο και καθοδηγητή.



Η 10ετία του Ά60 ήταν μια γόνιμη και απελευθερωτικής ζωντάνιας περίοδος, ιδιαίτερα για το βιβλίο, μετά από το σκοτάδι του εμφυλίου και των πρώτων χρόνων του μετεμφυλιακού κράτους. Οι εξελίξεις στη λογοτεχνία ήταν πλούσιες και πολυσχιδείς, προσθέτοντας χτυπητές πινελιές στο πολύχρωμο φάσμα αυτής της δεκαετίας: Η βράβευση του ¶ξιον Εστί του Ελύτη (1960), το τιμητικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια της Στροφής (1961), η απονομή του βραβείου Νομπέλ στον Σεφέρη (1963), οι Μαρτυρίες (1963 και 1966) και οι Μονόλογοι της Τέταρτης Διάστασης του Ρίτσου, η μελοποίηση ποιημάτων κορυφαίων ποιητών από τον Μίκη Θεοδωράκη και η συνεργασία ποιητών και ζωγράφων (Σεφέρης, Ελύτης, Μόραλης), τα αφηγηματικά κείμενα με νεοτερική διάθεση (Τσίρκας, Πεντζίκης, Αξιώτη, Χειμωνάς, Γκρίτση-Μιλλιέξ) και τα νέα περιοδικά που συμβάλλουν σΆ αυτόν τον νεοτερικό προβληματισμό όπως η Κριτική (1959-1961), το Πάλι (1963-1966), οι Εποχές (1963-1967), περιοδικό με το οποίο η γενιά του Ά30 επανέρχεται στο προσκήνιο, η Επιθεώρηση Τέχνης κ.α. αποτελούν την καρποφορία μιας πνευματικής σποράς που είχε προηγηθεί.

Οι νέοι δημιουργοί προσπαθούν να βρουν καινούριους δρόμους στο βιβλίο: Το Φράγμα (1960) του Πλασκοβίτη, η τριλογία (Το Φύλλο, Το Πηγάδι, Τ΄ Αγγέλιασμα, 1961) του Βασιλικού, Το Τρίτο Στεφάνι (1962) του Ταχτσή, Το Λάθος (1965) του Σαμαράκη ή οι συλλογές διηγημάτων του Κουμανταρέα, του Χατζή, του Ιωάννου και το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (1964) του Βαλτινού προσπαθούν να αποτυπώσουν και να ερμηνεύσουν τις κοινωνικές αλλαγές, τη δυσκολία των Ελλήνων να μεταβληθούν σε αστούς, τα προβλήματα που αυτό δημιουργεί στη λειτουργία της οικογένειας, τα αδιέξοδα των νέων, την αιμορραγία της μετανάστευσης, τη βία του κράτους, την απειλή της τεχνολογίας, κλπ, κλπ.

Από την άλλη μεριά οι παλαιότεροι λογοτέχνες συνεχίζουν να παλεύουν με τις πληγές και τις μνήμες του Χθες: Ματωμένα Χώματα (1962) της Διδώς Σωτηρίου, Στου Χατζηφράγκου (1963) του Κοσμά Πολίτη, Λωξάντρα (1963) της Μαρίας Ιωαννίδου κ.α.. Κοντά σΆ αυτούς, όμως, υπήρξαν και παλαιοί δημιουργοί που εκφράζουν μιαν ανησυχία μεταφυσικού τύπου και μιαν απογοήτευση απέναντι στον ορθολογισμό της Δύσης όπως το Δοκίμιο Το Χαμένο Κέντρο (1961) του Ζήσιμου Λορεντζάτου, Οι καμπάνες, το κύκνειο άσμα του Γιώργου Θεοτοκά, Ο ¶ρτος των αγγέλων (1966) του Παντελή Πρεβελάκη, τα Τρία κρυφά ποιήματα (1966) του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος «μεταγράφει» εκείνο τον καιρό την Αποκάλυψη του Ιωάννη, κ.α.

Όλη αυτή η λογοτεχνική κοσμογονία της ανήσυχης και δημιουργικής 10ετίας του Ά60 «εισέβαλλε» ορμητικά στο προσκήνιο και ο Βαγγέλης Σαμπατάκος γεμάτος οράματα κι ευγενείς φιλοδοξίες μπόρεσε να τη διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δίνοντας έναν προωθημένο, ποιοτικό, πλουραλιστικό και πολυφωνικό χαρακτήρα στο βιβλιοπωλείο του, κάτι που ξεχώρισε το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ από τΆ άλλα βιβλιοπωλεία κι έκτοτε το ακολούθησε σΆ ολόκληρη την πορεία του έως ΚΑΙ σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη διάρκεια της 7χρονης δικτατορίας 1976-1974, ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, όντας δημοκράτης και ριψικινδυνεύοντας ως πολίτης κι επιχειρηματίας, έβαζε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου του βιβλία αριστερά, τα οποία με τρόπο «συνωμοτικό» αγόραζαν οι δημοκρατικοί πολίτες, χωρίς όμως ποτέ να ενοχληθεί από τα όργανα της Χούντας, είτε επειδή το επίπεδό τους ήταν τέτοιο που δεν αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενο των βιβλίων που έβλεπαν στη βιτρίνα, είτε γιατί ο Βαγγέλης Σαμπατάκος είχε ένα αυξημένο κύρος μέσα στη Σπάρτη και μια ιστορία που δεν τολμούσαν να αγγίξουν.

Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος, έχοντας ο ίδιος μόρφωση, καλλιέργεια πνευματική και ψυχική, ιδέες προοδευτικές, ανησυχίες κοινωνικές και οράματα, δεν ήταν ένα απλός επαγγελματίας βιβλιοπώλης που πουλούσε το βιβλίο ως εμπόρευμα. Ήταν ένας πραγματικός λειτουργός του Βιβλίου, πασχίζοντας να κατανοήσει τις ανάγκες και τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας αλλά και του κάθε υποψήφιου αναγνώστη που έμπαινε στο βιβλιοπωλείο του, ώστε να τον βοηθά δημιουργικά στην επιλογή των βιβλίων και να έχει απαντήσεις σε κάθε απορία και σε κάθε ερώτηση και προβληματισμό του.



Για να μπορεί ο Βαγγέλης Σαμπατάκος νΆ ανταποκριθεί σΆ αυτόν τον ιδιαίτερο ρόλο που ήθελε να αναλάβει ως Βιβλιοπώλης και να μην είναι ένας απλός πωλητής γνώρισε τα βιβλία που έβαζε στα ράφια και στην προθήκη του βιβλιοπωλείου του ΚΑΙ απΆ έξω ΚΑΙ από μέσα. Έτσι δημιούργησε μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες - φίλους του και τους ενέπνεε να ξανάρθουν στο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, γιατί ήξεραν πως εκεί θα βρουν κάποιον να μιλήσουν για το βιβλίο που τους πρότεινε την προηγούμενη φορά και το διάβασαν, να ρωτήσουν πάλι και να επιλέξουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν και να ενημερωθούν για τις νέες εκδόσεις.

ΣΆ αυτή τη φιλοσοφία του Βαγγέλη Σαμπατάκου για το βιβλίο και τη δουλειά-λειτούργημα του βιβλιοπώλη προσχώρησε αμέσως, και μάλιστα πιο προωθημένα κι ενεργητικά, η σύζυγος του Βαγγέλη, η Βασιλική (Βάσω) Χρόνη του Λεωνίδα, από τη Σπάρτη.

Η Βασιλική, βιβλιόφιλος από μικρό παιδί, περνούσε, κάνοντας βόλτα με τις τρεις αδερφές της, από το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, κοίταζαν τα βιβλία στη βιτρίνα, έμπαιναν στο βιβλιοπωλείο, ξεφύλλιζαν τα βιβλία στον πάγκο, κατέβαζαν άλλα από τα ράφια, συζητούσαν με τον Βαγγέλη για τα βιβλία κι αν ζητούσαν κάποιο που δεν υπήρχε στο βιβλιοπωλείο άκουγαν πάντα τον Βαγγέλη να τους λέει: «Θα στο φέρω». Και … το Άφερνε. Αυτή η συχνή επαφή, η γνωριμία και η κοινή αγάπη για το βιβλίο έγινε ανθρώπινη ζεστασιά κι όταν η Βάσω, απόφοιτος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, άρχισε να εργάζεται στο ξενοδοχείο ΜΕΝΕΛΑΪΟΝ  όπου σύχναζε ο Βαγγέλης με την παρέα του για καφέ, η «ζεστασιά» έγινε αγάπη, μετά από 6 μήνες παντρεύτηκαν και η Βάσω άφησε τη δουλειά της στο ΜΕΝΕΛΑΪΟΝ κι άρχισε νΆ ασχολείται με το βιβλιοπωλείο, το οποίο κυριολεκτικά λάτρεψε μΆ όλη της την καρδιά.

Παρέα με τον Βαγγέλη και με την παρουσία του πεθερού της που έπαιρνε μια καρέκλα και καθόταν έξω από το Βιβλιοπωλείο για να θυμίζει και να θυμάται την ιστορία και τη διαδρομή του, η Βάσω Χρόνη - Σαμπατάκου έδωσε νέα πνοή στο Βιβλιοπωλείο και κάποια στιγμή, εκτιμώντας πως το παλαιό αυτό Βιβλιοπωλείο είχε κλείσει τον κύκλο του και πως έπρεπε να μπει στη νέα εποχή και τις ανάγκες της, πρότεινε τη μεταφορά του Βιβλιοπωλείου σε νέο σύγχρονο και μεγαλύτερο κτήριο. Ο κυρ- Παναγιώτης ο Σαμπατάκος, η ρίζα του Βιβλιοπωλείου, γέροντας πια, αντέδρασε. Εξήντα ολόκληρα χρόνια στη θέση αυτή, δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι μπορεί να πάνε κάπου αλλού. ¶λλωστε, με τη δική του ματιά, η θέση αυτή ήτανε προνομιακή, επειδή εκεί κοντά ήταν τα μεγάλα καταστήματα της εποχής, το πρακτορείο λεωφορείων του Μυστρά στη γωνία Λυκούργου και Αγησιλάου, το άλλο πρακτορείο της Λογγάστρας στην Αγησιλάου λίγο πιο πέρα, το παζάρι, το μεγάλο καφενείο του ΛΑΔΑ κλπ. Τελικά ο κυρ- Παναγιώτης πείσθηκε και κάπου στα μέσα της 10ετίας του Ά80 το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο κατάστημα (εκεί που είναι και σήμερα) στην οδό Κ. Παλαιολόγου 26, όπου πριν λειτουργούσε το ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΖΑΝΕΤΕΑ.

https://www.apela.gr/content/images/photos/138317/1.JPG

Η ιδέα και η επιμονή της Βάσως ΔΙΚΑΙΩΘΗΚΕ απόλυτα. Το νέο, μεγάλο και μοντέρνο στην όψη, στην οργάνωση και στη λειτουργικότητα βιβλιοπωλείο απογειώθηκε κυριολεκτικά. Πολλή δουλειά και κούραση μεγάλη, μαζί όμως και η ικανοποίηση για τα αποτελέσματα. Κι επειδή, όλα τελικά είναι θέμα ανθρώπου, η Βάσω και ο Βαγγέλης κατάφεραν να συνδυάσουν αρμονικά τη νέα ατμόσφαιρα με την παραδοσιακή λειτουργία του βιβλιοπωλείου τους και την ιδιαίτερη σχέση με τους πελάτες – φίλους, οι οποίοι συνέχισαν να έρχονται στο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ ξέροντας πως εκεί θα βρουν φίλους που ξέρουν πολύ καλά τα  βιβλία (όχι μόνο «κατΆ όψιν») και θα απολαύσουν αυτήν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, με την κουβέντα, το καφεδάκι, το «ψάξιμο» στα ράφια, την επιτόπου ανάγνωση αποσπασμάτων κλπ. Στο μεταξύ ήρθαν στη ζωή τους και δύο παιδιά, ο Παναγιώτης και ο Λεωνίδας, και τίποτε δεν έλειπε πια από το περιβόλι της ζωής του Βαγγέλη και της Βάσως. Η Βάσω είχε γίνει πλέον μια υποδειγματική βιβλιοπώλης και ο Βαγγέλης είχε την ωριμότητα, μαζί και την αγάπη, να της δίνει χώρο βγαίνοντας λίγο ο ίδιος από το κάδρο.

Δεν υπήρχε καινούριο και αξιόλογο βιβλίο που να μην κοσμήσει, αμέσως μετά την έκδοσή του, τη βιτρίνα και τα ράφια του ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ. Παρά τη σκληρή και πολύωρη δουλειά, απΆ το πρωί ως το βράδυ, η Βάσω έβρισκε χρόνο να διαβάζει όσο περισσότερα βιβλίαμπορούσε και να ενημερώνεται από τις κριτικές γιΆ αυτά, ώστε να βοηθά τους πελάτες της να κάνουν τις καλύτερες δυνατές επιλογές. Παράλληλα, το νέο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ έδωσε μια καινούρια ποιοτική προοπτική στη λειτουργία του, οργανώνοντας εκδηλώσεις για μεγάλους Έλληνες λογοτέχνες και ποιητές, όπως ο Βρεττάκος, ο Ρίτσος, ο Σικελιανός κ.α. γενόμενο εστία πολιτισμού, γραμμάτων και τεχνών για την τοπική κοινωνία.

Με την πολύχρονη παρουσία του, τον τρόπο λειτουργίας του, την ενημερωμένη και πλήρη, ποιοτική βιβλιοθήκη του και κυρίως με την προσωπικότητα του Βαγγέλη και της Βάσως το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥαπέκτησε μια καθΆ όλα δικαιωματική καταξίωση και τΆ όνομά του ξεπέρασε τα στενά όρια της Σπάρτης και της Λακωνίας. Εκτός από τους βιβλιόφιλους απλούς επισκέπτες της πόλης που το ενέταξαν στις αναζητήσεις τους, και πολλοί επώνυμοι (συγγραφείς και ποιητές, άνθρωποι του Πνεύματος και της Τέχνης αλλά και πολιτικοί) που βρέθηκαν στη Σπάρτη, ένιωσαν την ανάγκη να επισκεφθούν και να γνωρίσουν από κοντά αυτόν το «ναό του βιβλίου» με την πολύχρονη ιστορία και διαδρομή. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Γιάννης Ρίτσος, η Εύα Σικελιανού, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιάννης Καλπούζος, η Σοφία Ζαραμπούκα, η Ευγενία Φακίνου, ο Στήβεν Πρέσφιλντ, ο Ανδρέας  Παπανδρέου, ο Κων/νος Καραμανλής (ο νεότερος), ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης κ.ά. είναι μόνο μερικοί απΆ αυτούς.

Τα χρόνια περνούσαν και το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ όλο και φορτωνόταν με μνήμες και αξία και δυνάμωνε τη σχέση του με την παράδοση και την ιστορία της Σπάρτης. Παράλληλα, γινόταν, εκτός από ένα σύγχρονο κι ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, κι ένα ζωντανό Μουσείο Βιβλίου, αφού στα ράφια του οι σύγχρονες εκδόσεις συντρόφευαν παλαιές και σπάνιες εκδόσεις που «έρχονταν» από τις παλιές εποχές του Βιβλιοπωλείου. Ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο, δηλαδή, της γνώσης, όπου είχες (κι έχεις ακόμα) την ευκαιρία να έρθεις σε επαφή με μιαν άλλη εποχή και μιαν άλλη αισθητική του Βιβλίου. Είναι αλήθεια ότι στο Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ μπορεί κανείς να βρει ό,τι δεν μπόρεσε να βρει αλλού πουθενά: Τίτλους εξαντλημένους , βιβλία που θεωρούσε χαμένα, σπάνιες εκδόσεις αξιόλογων δημιουργών του Πνεύματος και της Τέχνης, μια  γνώση - δηλαδή - που θα είχε χαθεί αν δεν έβρισκε καταφύγιο στα ράφια του Βιβλιοπωλείου ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, καρτερώντας υπομονετικά κάποιους να την αναγνωρίσουν και να τη διασώσουν.

Ακόμα και σήμερα δε λείπουν από το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ οι εικόνες βιβλιόφιλων, οι οποίοι, πάντα με την ενθάρρυνση της Βάσως Σαμπατάκου, έχουν «χαθεί» κυριολεκτικά στην αναδίφηση εντός των παλιών βιβλίων που ανακαλύπτουν στα ράφια του Βιβλιοπωλείου. Γιατί στο Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, εδώ και πολλά χρόνια, το επάγγελμα «βιβλιοπώλης» πηγαίνει χέρι - χέρι με το μεράκι να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη, η αξία και η παράδοση του καλού βιβλίου. Εδώ θα βρεις τους πολύ μεγάλους σε ηλικία αναγνώστες αλλά και τους πολύ νέους, ακόμα και παιδιά, τους μαθητές, τους φοιτητές αλλά και τους δασκάλους και τους επιστήμονες, τους απλούς βιβλιόφιλους που απλώς αναζητούν ένα καλό βιβλίο αλλά και τους ερευνητές, τους συλλέκτες και τους νοσταλγούς που κυνηγάνε ακόμα τις χίμαιρες της ζωής τους. Πραγματικά, μέσα στις σελίδες των βιβλίων του ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ υπάρχει η ανάσα των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί στην εκατόχρονη πορεία του, υπάρχει και ζει «Η Μνήμη», μαζί και μια άλλη θέαση στο μέλλον, αφού βλέπει σε ένα μεγαλύτερο βάθος το παρελθόν.

https://www.apela.gr/content/images/photos/138317/1.JPG

Κι ύστερα, εδώ και αρκετά χρόνια, έφτασε απρόσμενα η κρίση του βιβλίου. Μια κρίση που ήρθε σαν αποτέλεσμα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και ηθικής κρίσης, η οποία σαν ύπουλη ασθένεια πρόσβαλλε τη χώρα. Όλο και λιγότεροι είναι, πλέον, οι άνθρωποι που διαβάζουν, όλο και λιγότεροι είναι οι άνθρωποι που θεωρούν το βιβλίο αξία ζωής, όλο και λιγότεροι είναι οι άνθρωποι που μπαίνουν στα Βιβλιοπωλεία για νΆ αγοράσουν ένα βιβλίο, όλο και λιγότερα είναι τα νέα παιδιά που ανοίγουν ένα βιβλίο, αφού, δυστυχώς, το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και ο νέος τρόπος ζωής και ιεράρχησης αξιών αποτρέπει τα παιδιά από την ανάγνωση και τα αποξενώνει από τους θησαυρούς της λογοτεχνίας, της ποίησης και του πνεύματος.
 
«Σήμερα έρχεται μια γενιά που δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του βιβλίου.Πολιτισμός όμως δεν υπάρχει χωρίς βιβλίο.

Πρέπει να γκρεμίσουμε την αυταπάτη που λέει ότι τα πάντα υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Ως συγγραφέας, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι δεν υπάρχουν τα πάντα στο Διαδίκτυο. Ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα γράψω αν δεν έβρισκα τις πληροφορίες που θέλω μες στα βιβλία.

Δημιουργούμε αυτή τη στιγμή μία γενιά που δεν ξέρει αυτό το βασικό. Πώς αυτά τα παιδιά αύριο θα ανατρέξουν και θα γράψουν; Θα μπαίνουν στη Wikipedia, θα βρίσκουν μια πληροφορία και θα αναμασούν όλοι το ίδιο, θα κλέβει ο ένας τον άλλο.»

Ιωάννης Πανουτσόπουλος , συγγραφέας - ιδιοκτήτης Παλαιοβιβλιοπωλείου , εφ. ΑΥΓΗ , 8 .7. 2019

ΠαρΆ όλη την κρίση του βιβλίου, όμως, που όλο και βαθαίνει, το Βιβλιοπωλείο  ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ, με 101 ολόκληρα χρόνια ιστορίας πίσω του, αντέχει. «Αισθάνεται» ότι οφείλει να αντέξει. Πάει κόντρα στην κρίση και στους καιρούς με την υπομονή, τη σύνεση και τη σοφία των χρόνων και  κρατά σαν παρακαταθήκη τον χαρακτήρα που σφυρηλάτησε τόσα χρόνια, παραμένοντας φωτεινός σηματοδότης και γλυκιά επιστροφή σε μέρες όμορφες και ηλιοφόρες. Ο Βαγγέλης Σαμπατάκος έχει αποσυρθεί, πλέον, και η 3η γενιά του βιβλιοπωλείου, ο γιος του ο Λεωνίδας Σαμπατάκος, εξοικειωμένος με το «Καλό Πνεύμα» που κατοικεί επί 101 χρόνια στο Βιβλιοπωλείο τού παππού του και των γονιών του, έχει αρχίσει να πηδαλιουχεί το καράβι του ιστορικού αυτού Βιβλιοπωλείου της Σπάρτης στις νέες ανταριασμένες θάλασσες των καιρών, με την ευχή του παππού του, με τη συμπαράσταση της μητέρας του της Βάσως Σαμπατάκου και την έγνοια του πατέρα του, για τους οποίους το Βιβλιοπωλείο είναι η ίδια τους η ζωή.

Μακάρι το Βιβλιοπωλείο ΣΑΜΠΑΤΑΚΟΥ νΆ αντέξει στην κρίση. Μακάρι ΟΛΑ τα βιβλιοπωλεία νΆ  αντέξουν. Μέσα στο ράγισμα της εποχής περιμένουμε να φανεί νιο χορτάρι. Γιατί, διαφορετικά, μια ζωή χωρίς Βιβλιοπωλεία, μια ζωή χωρίς βιβλία, δεν θα είναι παρά έρημος χωρίς όαση, θα είναι ουρανός χωρίς ήλιο και φως, θα είναι ο καιρός που «προφήτευσε» ο Γιώργος Σεφέρης:

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί•
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τΆ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image