notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Τα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα» του Μοτίβου

slider_image
19-06-2020

Γιάννης Ανδριτσάκης (Μοτίβος), δημοσιογράφος - «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα»

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Αν ο Τύπος είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας, τότε, ο Επαρχιακός Τύπος είναι το στέρεο έδαφος, που πάνω του πατάει το θεμέλιο αυτό.

Εκατοντάδες εφημερίδες σΆ όλη την Ελλάδα, κάθε πρωί, κάθε βδομάδα, κάθε μήνα, έρχονται στα χέρια των μικρών τοπικών κοινωνιών και «ρουφιούνται» άπληστα απΆ την πρώτη ως την τελευταία αράδα τους.

Γραμμένες, οι περισσότερες, με το μεράκι και την προσωπική θυσία και προσφορά των εκδοτών και των συνεργατών τους, σφυρηλατούν δεσμούς άρρηκτους ανάμεσα στους συμπατριώτες, ενημερώνουν υπεύθυνα για τα μικρά και τα μεγάλα του τόπου, δίνουν βήμα για να σταθεί, να μιλήσει και να εκφραστεί ένα σημαντικό τοπικό δυναμικό από αρθρογράφους, λογοτέχνες, χρονογράφους, ποιητές, ιστοριοδίφες, λαογράφους … (πνευματικούς ανθρώπους εν ενί λόγω), που αποθέτουν στις φιλόξενες σελίδες του επαρχιακού τύπου περίσσευμα ψυχής και πνεύματος, φέρνουν τους ξενιτεμένους κοντά στην πατρίδα, προβάλλουν σημαντικά τοπικά ζητήματα και συμβάλλουν στη λύση τους, ελέγχουν εποικοδομητικά την οποιαδήποτε εξουσία και, γενικά, αποτελούν για τον τόπο τους κύτταρα ζωής και παράγοντες ευημερίας και ελπίδας.

(Σήμερα, μαζί με τον επαρχιακό έντυπο τύπο πρέπει να λογαριαστεί ΚΑΙ ο ηλεκτρονικός - πλέον - τύπος, ο οποίος επιτελεί εξίσου σημαντικό έργο μέσα στις νέες συνθήκες επικοινωνίας κι ενημέρωσης).

Πολλοί και υπέροχοι άνθρωποι διακόνησαν το τοπικό αυτό μετερίζι του επαρχιακού τύπου με τρόπο πηγαίο, γεμάτο γνώση και εμπειρία, με ζεστασιά ανθρώπινη και γνήσιο αυθορμητισμό. ¶νθρωποι που σχεδόν ποτέ δεν κέρδισαν τίποτε οικονομικά (αντίθετα πολλές φορές έχασαν) και που ασχολήθηκαν με τις εφημερίδες, μόνο και μόνο, γιατί είχαν μέσα τους, δώρο θείο, το «αγαθό δαιμόνιο» της δημοσιογραφίας, που δεν τους άφηνε σε ησυχία και υποταγή.

Ένας απΆ αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους υπήρξε, για τη λακωνική δημοσιογραφία, και ο αξέχαστος Γιάννης Κ. Ανδριτσάκης (Μοτίβος) από την Γκοριτσά, ο οποίος εξέδιδε την εφημερίδα «ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ», στη β΄ περίοδο κυκλοφορίας της, από το 1961 έως τον θάνατό του από τροχαίο το 1980.



Ο Μοτίβος υπήρξε μια προσωπικότητα με πολυσχιδή δράση και προσφορά, ένας οξύνους, προικισμένος άνθρωπος και γνήσιος, χαρισματικός δημοσιογράφος, γεμάτος αγάπη κι ευαισθησία για τον τόπο του, ΜΕΣΑ και κοντά στο λαό κι όχι «υπεράνω». ¶γρυπνο μάτι και αυτί ακοίμητο, ο Μοτίβος, κατέγραφε στην εφημερίδα του, ανάμεσα σΆ άλλα πολλά, και όσα συνέβαιναν στη μικρή κοινωνία των χωριών του (Γκοριτσά και Τσίντζινα) μΆ έναν τρόπο μοναδικό και τελείως προσωπικό και τα Άφερνε κοντά στους πολυάριθμους αναγνώστες της εφημερίδας του.



Ανεπανάληπτα μένουν τα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα», που ο Μοτίβος, αφού τα δημοσίευε επί σειράν ετών στην εφημερίδα του, τα εξέδωσε σε βιβλίο το 1977. Στη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου ο Μοτίβος έγραψε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«(…)Θεώρησα καθήκον μου να επιμεληθώ, να φροντίσω και να συγκεντρώσω όλο αυτό το υλικό σε βιβλίο, γιατί το νομίζω πολύτιμο για την ιστορική του αξία. Αν έμενε σκόρπιο, όπως δημοσιεύτηκε κατά καιρούς στην εφημερίδα και στην αμφίβολη μνήμη των ανθρώπων, σίγουρα θα χανόταν. Το συγκεντρωμένο, πια, σε βιβλίο αυτό υλικό, εκφράζει τον «τρόπο ζωής» και τη διάθεση της παλιάς, περισσότερο, αλλά και της σύγχρονης εποχής μας, αρκετά.

Πέραν του ότι αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο για όσους πια δεν υπάρχουν, είναι και μια απότιση φόρου τιμής στο Τσιντζινιώτικο πνεύμα. (…)»



Στα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα» παρελαύνει ζωντανά η καθημερινή ζωή και η ιστορία της Γκοριτσάς και των Τσιντζίνων, οι μικρές χαρές αλλά και οι λύπες των ανθρώπων των δύο χωριών και όλοι εκείνοι οι σοφοί και οι θυμόσοφοι χαρακτήρες, που αποτελούν το αλάτι και το πιπέρι της κάθε μικρής κοινωνίας. Παράλληλα, τα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα» αποτελούν έναν λαογραφικό θησαυρό και μια ιστορική μαρτυρία, αφού μέσα σΆ αυτά αποτυπώνονται τα ήθη, τα έθιμα και ο τρόπος ζωής και σκέψης των παλαιών ανθρώπων, μαζί και περιστατικά και γεγονότα που συνδέονται  με την τοπική ιστορία. Ο Μοτίβος δεν είχε κανένα πρόβλημα να βρει και να καταγράψει αυτό το υλικό, αφού οι Γκοριτσιώτες διακρίνονται ιδιαίτερα για το σπινθηροβόλο πνεύμα τους και την τέλεια αίσθηση του αστείου, χωρίς ποτέ να υπερβαίνουν τα σύνορα που το χωρίζουν από το γελοίο και τη διακωμώδηση.



Στη μνήμη του Γιάννη Κ. Ανδριτσάκη (Μοτίβου) αλλά και των ανθρώπων μιας άλλης-αξέχαστης εποχής, ας απολαύσουμε μερικά «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα», έτσι όπως έξυπνα και γλαφυρά τα απέδωσε με την έξοχη πένα του ο Μοτίβος στην εφημερίδα του «Τα Τσίντζινα» και στο βιβλίο του (Η ορθογραφία ακολουθεί το πρωτότυπο):

Το λυχνάρι και οι ποντικοί
Ασφαλώς, όλοι οι παληότεροι, θα θυμούνται το μπάρμπα Σπύρο το Νοχό, με το εκλεκτό «κονιάκι» πάντα στην τσέπη, με το πουράκι στο στόμα, με τη βραχνή από το οινόπνευμα και τη νικοτίνη φωνή του και την καλωσύνη, αφέλεια και αγνότητα. Τον θυμάμαι, παιδάκι τότε, σαν έβλεπε κανέναν «γραμματιζούμενο», να τον καλή, να πιούνε «κάτι τις», βραχνά - βραχνά: «Δεν πίνουμε κανένα, ρε κοντυλοφόρε»;

Λοιπόν, ο μπάρμπα Σπύρος είχε κρεμασμένο από μια κόρδα, στο σπίτι του στα Τσίντζινα, το λυχναράκι του, για να φωτίζεται. Ανακάλυψε, όμως, πως τα ποντίκια κατέβαιναν από τις κόρδες και του τρώγαν το φυτίλι. Τι να κάνη να σταματήση τούτο το κακό;

Βάζει μιαν αφάνα στο πάνω μέρος του λυχναριού, για να εμποδίση την … κάθοδο των … «Δωριέων» ποντικών και … ησύχασε.

Μα ένα βράδυ, φαίνεται παραζεστάθηκε η αφάνα, πήρε φωτιά, μαζύ και η κόρδα, και σε λίγο όλο το σπίτι έγινε πυροτέχνημα. Όταν το είδε «στάχτη» ο μπάρμπα Σπύρος, βραχνά - βραχνά, με όλη την αφέλειά του, έκραξε:

- Εκάηκε το παληοκάλυβο, αλλά τα πήρε ο διάολος κιΆ αυτά!!!


Τα μανιτάρια
(Από τα αξέχαστα της γρηάς Μουσαΐκενας).
Κάποτε, της έστειλαν από τα Τσίντζινα, οι αγροφύλακες, μανιτάρια. Τα έπλυνε, τα καλομαγείρεψε, αλλά πουθενά να τα δοκιμάση, γιατί φοβόταν μήπως είναι δηλητηριασμένα «και τα τινάξη» στα καλά καθούμενα … νεαρή, καμμιά εξηνταριά χρονών τότε. Δεν ήξερε τι να κάνη. Και τα λυμπιζότανε και τα φοβότανε. Μετά από αρκετή ώρα σκέψη, φωνάζει τη γειτόνισσά της, τη Βενέτα.
-ΜωρΆ Βενέτα, έλα δω που σε θέλω!
Επήγε λοιπόν η καψερή η Βενέτα κιΆ η γρηά Μουσαΐκενα της λέει:
-ΜωρΆ Βενέτα, μούστειλαν κάτι μανιτάρια από τα Τσίντζινα κιΆ είναι πεντανόστιμα. Εγώ έφαγα μπόλικα, μα σου κράτησα και σένα λίγα, να σε φιλέψω ντε!
Της έβγαλε μερικά στο πιάτο κιΆ η Βενέτα (πειραματόζωο της γρηας Μουσαΐκενας), τα Άφαγε. Και σαν το διηγιέταν αργότερα η γρηά Μουσαΐκενα, έλεγε:
-Εκαρτέρεσα που λέτε κανά δυο ωρίτσες, δεν άκουσα να σκούξη η Βενέτα, κατάλαβα πια πως ήτανε καλά τα μανιτάρια κιΆ έβγαλα κιΆ εγώ κιΆ έφαγα μπόλικα!!!


Δεν τρων αρτυμή
Κάποιο πρωί ο Διαμαντής Τριήρης έστελνε από το χτήμα του, στο «Βασιλοπέραμα», τον γιο του τον Γιάννη (μικρόν τότε), να πάει απέναντι στα «Κονιδέικα», να φέρει κάτι καλάμι που του χρειαζόταν.
- Δεν πάω πατέρα, λέει ο Γιάννης .
- Γιατί, ρε, δεν πας;
- Θα με φαν τα σκυλιά, πατέρα.
Κι ο Διαμαντής: «Πήγαινε σαπέρα, ρε. Είναι Τετάρτη σήμερα, δεν τρων αρτυμή»!


Το ρακί
Γνωστός μας πια ο μπάρμπα Σπύρος ο Νοχός. Διατηρούσε στάνη για να μπορή να  έχη καθημερινή παρέα τους τσοπάνηδες, να πίνη από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να καταφέρη να ξοδέψη μια καθόλου ευκαταφρόνητη Αμερικανική σύνταξη που Άπαιρνε για το παιδί του, που σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κάποια φορά, λοιπόν, έπεσε ο μπάρμπα Σπύρος, μεθυσμένος, κι έσπασε το πόδι του. Η τότε «ορθοπεδικός χειρούργος» Γιαννούλα «Χλιβερίτσα», στην οποία «προσήχθη ο ασθενής», αφού του έδεσε το πόδι με άπλυτα μαλλιά προβάτου, λιβάνι, καλάμια κλπ, έδωσε εντολή, σαν τον πονάη, να το «μπουχίζουν» με ρακί. Απαγόρευσε όμως ρητά στον μπάρμπα Σπύρο, να πίνη κρασί.

Πέρασε – αλλά πώς την πέρασε – την πρώτη μέρα χωρίς κρασί ο μπάρμπα Σπύρος. Τη δεύτερη μέρα, όμως, τα πράγματα «σφίχτηκαν». Παρακάλεσε τη θειά Σπύρενα (ηρωική και υπομονετική σύζυγο), κρυφά από την «γιατρό», να του δώση «ένα ποτηράκι», μα στάθηκε αδύνατο. Στην απόγνωσή του, λοιπόν, θυμήθηκε το μπούχισμα με το ρακί, που το ΅χε αναλάβει η θεια Σπύρενα, και βγάζοντάς την «ακατάλληλη» γιΆ αυτή τη δουλειά … ανάλαβε προσωπικώς το μπούχισμα ο μπάρμπα Σπύρος.

Γιόμιζε, λοιπόν, κάθε τόσο το στόμα του ρακί (τάχα για να μπουχίσει το πονεμένο πόδι του) μα το «ευλογημένο» ρακί, γλυκό και νόστιμο, «κατηφόριζε» στα διψασμένα «σωθικά» τού «στεγνωμένου» μπάρμπα Σπύρου. Κι έτσι, αντί για ρακί, μπούχιζε αέρα.

Όταν το μπούχισμα το Άχε αναλάβει η θεια Σπύρενα, αγόραζαν το ρακί σΆ ένα καστοσταριάρικο μπουκάλι. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Κάθε τόσο ο μπάρμπα Σπύρος φώναζε: «Βρε γυναίκα, φέρε καϋμένη λίγο ρακί να το μπουχίσω. Με μούρλανε ο πόνος».

Μα πού να φτάση  το κατοσταριάρικο μπουκάλι. Ούτε ο λαιμός του δεν βρέχεταν. Κι έτσι το κατοσταριάρικο έγινε της μισής, ύστερα της οκάς κι όλο κιΆ ανέβαινε. «Πού την έχανες πού την έβρισκες» τη θεια Σπύρενα, στου Κωστή του Ανδριτσάκη για ρακί … , για το πονεμένο πόδι του μπαρμπα Σπύρου.

(Αφήγηση  Παν. Ν. Ανδριτσάκη – Ψαράκου)


«Παναγιά μου σώσε μας»
Ήταν μεγάλη χαρά για την Γκοριτσά, εκείνα τα χρόνια, όταν ερχόταν το ταχυδρομείο. Ίσως να το περίμεναν με τόση μεγάλη ανυπομονησία, επειδή ερχόταν μονάχα τρεις φορές την εβδομάδα. Το ταχυδρομείο ανοιγόταν σε κάθε καφενείο και όλοι μαζεύονταν εκεί, με την κρυφή λαχτάρα μήπως έχουν κανένα γράμμα από φίλους ή συγγενείς και περισσότερο από τη μακρυνή Αμερική, με κανένα δολλάριο μέσα.
Κείνη τη φορά, θΆ άνοιγε το ταχυδρομείο ο δάσκαλος Πολίτης, στο μαγαζί τού μπάρμπα Γιάννη του Γρηγόρη (Γαρουφόγιαννη). Όπως συνήθως, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί. Ο δάσκαλος άνοιξε το σάκκο, έβγαλε τα γράμματα, άρχισε να φωνάζη τα ονόματα κιΆ ο κάθε τυχερός πλησίαζε να πάρη το γράμμα του.

Η σύναξη ήταν μεγάλη εκείνη την ημέρα και το πάτωμα του μαγαζιού παληό .Σε μια στιγμή, το γερασμένο πάτωμα, αδυνατώντας να βαστήξη τόσο βάρος, άρχισε πρώτα να τρέμη, ύστερα να τρίζει και, σιγά – σιγά, να κατεβαίνει προς τα κάτω.

Περιττεύει να περιγράψη κανείς τις στιγμές εκείνες και την ατμόσφαιρα πανικού. Όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να επικαλούνται άλλοι την Παναγία, άλλοι τον Χριστό και άλλοι όποιον ¶γιο βρίσκανε πιο πρόχειρο εκείνη τη στιγμή. Ανάμεσα στους πολλούς, ήταν και ο μακαρίτης ο μπάρμπΆ Αναστάσης Κωστιάνης (Καρβελάς), λεβεντοτσέλιγκας εκείνης της εποχής. Όταν το πάτωμα άρχισε την υποχώρηση κι άκουσε τους άλλους να φωνάζουν, άρχισε να φωνάζη κι αυτός:
-Παναγιά μου, σώσε μας και θα σου φέρω ένα κριάρι!
Το πάτωμα, κατεβαίνοντας – κατεβαίνοντας, σταμάτησε κάποια στιγμή και όλοι, αναστατωμένοι, ρωτούσαν ο ένας τον άλλον μην έπαθε κανένας τίποτα. Ευτυχώς, όλοι ήταν καλά. Κανείς δεν έπαθε το παραμικρό. Και τότε ακούστηκε να λέει ο μπάρμπΆ Αναστάσης:
-Μωρέ, τσάμπα πάει το κριάρι !!!

(Προσφορά της εν Σπάρτη εκ μητρός συμπατριώτισσας κ. Χριστίνας Μέγγου – Φιλιπποπούλου, Δ/ντρίας Γαλλικού Ινστιτούτου)


Πώς σταμάτησε ο μύλος
Καλοκάγαθος, αλλά λάτρης της κάνουλας, ο μακαρίτης ο μπάρμπα Αποστόλης.
Μια νύχτα, λοιπόν, η ώρα περασμένη, εγκατέλειπε την ταβέρνα της «Μαρίνας», για να πάη σπίτι του αλλά «σούρας» πρώτου βαθμού. Βαδίζοντας τον έρημο εκείνη τη στιγμή Τσιντζινιώτικο δρόμο και περνώντας έξω ακριβώς στο σπίτι του μπάρμπα Θανάση του Κουτρουμπή, κατά κακή του τύχη, ένα κακοφτιαγμένο «οχτάρι» τον οδηγεί μέσα στΆ αυλάκι (που κείνο τον καιρό ήταν ξέσκεπο) και με το νερό αυτό δούλευε ο μύλος του μπάρμπα Νικόλα του Ψαρά.

Ξαφνιασμένος ο μπάρμπα Αποστόλης από το αναπάντεχο, αγωνιζόταν να ξεντακώση από τΆ αυλάκι. Αλλά η «σούρα» τού είχε παραλύσει τα νεύρα κιΆ αντί να βγαίνη προς τα όξω, έκανε τέλεια εφαρμογή, καθιστός τώρα μεσΆ στο νερό, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια στο έλεος του Θεού. Εν τω μεταξύ, όμως, το νερό, μπροστά στον όγκο του μπάρμπΆ Αποστόλη, άλλαξε ροή και χυνόταν στο δρόμο και, φυσικά, σταμάτησε κι ο μύλος του μπάρμπα Νικόλα, ο οποίος (κατά σύμπτωση) είχε άλεσμα κείνη την ώρα και άλεθε «του καλού καιρού».

Βλέποντας, λοιπόν, ο μπάρμπα Νικόλας το λιθάρι του μύλου να χάνη στροφές και, τελικά, να σταματάη, μπήγει τις φωνές, βρίζοντας «γονιούς και διαβόλους», κι αρπάζει την τσάπα και το φανάρι και τρέχει να ιδή ποιος έκοψε το νερό τέτοιαν ώρα.
Προχωρώντας δίπλα στΆ αυλάκι, ακούει (πριν φτάσει σε καμιά δεκαριά μέτρα) το νερό που βούιζε κατεβαίνοντας τον κατήφορο, προς το ρέμα. Πλησιάζει και βλέπει έναν σκοτεινό όγκο στΆ αυλάκι. Σηκώνει την τσάπα να χτυπήση, αλλά τον σταματάει ένα βογγητό παράξενο. Φέρνει το φανάρι πιο κοντά και μένει κατάπληκτος.
-Ρε, ρε Αποστόλη, πώς βρέθηκες εδώ τέτοιαν ώρα, που να σε πάρει η ευκή; ΓιΆ αυτό σταμάτησε ο μύλος μου;
Τον τραβάει και τον ξεντακώνει. Μα τι νΆ απαντήση ο μπάρμπΆ Αποστόλης, που μαλάκωνε σαν μπακαλιάρος κιΆ είχε σουφρώσει σαν τσαπελόσυκο από την ψύξη.
Τον ξέβγαλε ο μπάρμπα Νικόλας πιο πέρα για να ξεδραγκώση και γελώντας γύρισε πίσω, για να τελειώση το άλεσμα.

(αφήγηση Ι. Λ. Πολίτη – Χατζόγιαννη)


Αυτά, και άλλα πολλά, έγραψε κάποτε ο Γιάννης Ν. Ανδριτσάκης, ο αγαπημένος «Μοτίβος» όλων, στην τοπική εφημερίδα του «ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ», που άφησε εποχή , τότε που «λες και η ζωή ήταν μια λευκή κόλλα χαρτί, έτοιμη να γεμίσει γράμματα».

Ο Μοτίβος μπορεί να «έφυγε» νωρίς, άφησε, όμως, πίσω του  το έργο, το ήθος και το παράδειγμα ζωής του, που θα τον μνημονεύουν για πάντα.



ΥΓ: Τα Τσίντζινα ή Πολύδροσο είναι ένα από τα πιο ορεινά (υψ. 1.100 μ) και ομορφότερα, παραδοσιακά χωριά της Λακωνίας, χτισμένο στην “καρδιά” του Πάρνωνα, μέσα σε μια καταπράσινη κοιλάδα. Κάποτε τα Τσίντζινα είχαν φτάσει να αριθμούν πάνω από χίλιους κατοίκους. Σιγά - σιγά όμως άρχισε η «μετανάστευση». Πολλοί έφυγαν στην ξενιτειά κι αυτοί που απόμειναν άρχισαν να μετακομίζουν στα ημιορεινά χωριά Γκοριτσά και Ζούπαινα, όπου και καλλιεργούσαν  τη γη, ξεχείμαζαν τα κοπάδια τους κι όταν καλοκαίρευε ξανανέβαιναν στα Τσίντζινα

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Αν ο Τύπος είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας, τότε, ο Επαρχιακός Τύπος είναι το στέρεο έδαφος, που πάνω του πατάει το θεμέλιο αυτό.

Εκατοντάδες εφημερίδες σΆ όλη την Ελλάδα, κάθε πρωί, κάθε βδομάδα, κάθε μήνα, έρχονται στα χέρια των μικρών τοπικών κοινωνιών και «ρουφιούνται» άπληστα απΆ την πρώτη ως την τελευταία αράδα τους.

Γραμμένες, οι περισσότερες, με το μεράκι και την προσωπική θυσία και προσφορά των εκδοτών και των συνεργατών τους, σφυρηλατούν δεσμούς άρρηκτους ανάμεσα στους συμπατριώτες, ενημερώνουν υπεύθυνα για τα μικρά και τα μεγάλα του τόπου, δίνουν βήμα για να σταθεί, να μιλήσει και να εκφραστεί ένα σημαντικό τοπικό δυναμικό από αρθρογράφους, λογοτέχνες, χρονογράφους, ποιητές, ιστοριοδίφες, λαογράφους … (πνευματικούς ανθρώπους εν ενί λόγω), που αποθέτουν στις φιλόξενες σελίδες του επαρχιακού τύπου περίσσευμα ψυχής και πνεύματος, φέρνουν τους ξενιτεμένους κοντά στην πατρίδα, προβάλλουν σημαντικά τοπικά ζητήματα και συμβάλλουν στη λύση τους, ελέγχουν εποικοδομητικά την οποιαδήποτε εξουσία και, γενικά, αποτελούν για τον τόπο τους κύτταρα ζωής και παράγοντες ευημερίας και ελπίδας.

(Σήμερα, μαζί με τον επαρχιακό έντυπο τύπο πρέπει να λογαριαστεί ΚΑΙ ο ηλεκτρονικός - πλέον - τύπος, ο οποίος επιτελεί εξίσου σημαντικό έργο μέσα στις νέες συνθήκες επικοινωνίας κι ενημέρωσης).

Πολλοί και υπέροχοι άνθρωποι διακόνησαν το τοπικό αυτό μετερίζι του επαρχιακού τύπου με τρόπο πηγαίο, γεμάτο γνώση και εμπειρία, με ζεστασιά ανθρώπινη και γνήσιο αυθορμητισμό. ¶νθρωποι που σχεδόν ποτέ δεν κέρδισαν τίποτε οικονομικά (αντίθετα πολλές φορές έχασαν) και που ασχολήθηκαν με τις εφημερίδες, μόνο και μόνο, γιατί είχαν μέσα τους, δώρο θείο, το «αγαθό δαιμόνιο» της δημοσιογραφίας, που δεν τους άφηνε σε ησυχία και υποταγή.

Ένας απΆ αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους υπήρξε, για τη λακωνική δημοσιογραφία, και ο αξέχαστος Γιάννης Κ. Ανδριτσάκης (Μοτίβος) από την Γκοριτσά, ο οποίος εξέδιδε την εφημερίδα «ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ», στη β΄ περίοδο κυκλοφορίας της, από το 1961 έως τον θάνατό του από τροχαίο το 1980.



Ο Μοτίβος υπήρξε μια προσωπικότητα με πολυσχιδή δράση και προσφορά, ένας οξύνους, προικισμένος άνθρωπος και γνήσιος, χαρισματικός δημοσιογράφος, γεμάτος αγάπη κι ευαισθησία για τον τόπο του, ΜΕΣΑ και κοντά στο λαό κι όχι «υπεράνω». ¶γρυπνο μάτι και αυτί ακοίμητο, ο Μοτίβος, κατέγραφε στην εφημερίδα του, ανάμεσα σΆ άλλα πολλά, και όσα συνέβαιναν στη μικρή κοινωνία των χωριών του (Γκοριτσά και Τσίντζινα) μΆ έναν τρόπο μοναδικό και τελείως προσωπικό και τα Άφερνε κοντά στους πολυάριθμους αναγνώστες της εφημερίδας του.



Ανεπανάληπτα μένουν τα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα», που ο Μοτίβος, αφού τα δημοσίευε επί σειράν ετών στην εφημερίδα του, τα εξέδωσε σε βιβλίο το 1977. Στη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου ο Μοτίβος έγραψε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«(…)Θεώρησα καθήκον μου να επιμεληθώ, να φροντίσω και να συγκεντρώσω όλο αυτό το υλικό σε βιβλίο, γιατί το νομίζω πολύτιμο για την ιστορική του αξία. Αν έμενε σκόρπιο, όπως δημοσιεύτηκε κατά καιρούς στην εφημερίδα και στην αμφίβολη μνήμη των ανθρώπων, σίγουρα θα χανόταν. Το συγκεντρωμένο, πια, σε βιβλίο αυτό υλικό, εκφράζει τον «τρόπο ζωής» και τη διάθεση της παλιάς, περισσότερο, αλλά και της σύγχρονης εποχής μας, αρκετά.

Πέραν του ότι αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο για όσους πια δεν υπάρχουν, είναι και μια απότιση φόρου τιμής στο Τσιντζινιώτικο πνεύμα. (…)»



Στα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα» παρελαύνει ζωντανά η καθημερινή ζωή και η ιστορία της Γκοριτσάς και των Τσιντζίνων, οι μικρές χαρές αλλά και οι λύπες των ανθρώπων των δύο χωριών και όλοι εκείνοι οι σοφοί και οι θυμόσοφοι χαρακτήρες, που αποτελούν το αλάτι και το πιπέρι της κάθε μικρής κοινωνίας. Παράλληλα, τα «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα» αποτελούν έναν λαογραφικό θησαυρό και μια ιστορική μαρτυρία, αφού μέσα σΆ αυτά αποτυπώνονται τα ήθη, τα έθιμα και ο τρόπος ζωής και σκέψης των παλαιών ανθρώπων, μαζί και περιστατικά και γεγονότα που συνδέονται  με την τοπική ιστορία. Ο Μοτίβος δεν είχε κανένα πρόβλημα να βρει και να καταγράψει αυτό το υλικό, αφού οι Γκοριτσιώτες διακρίνονται ιδιαίτερα για το σπινθηροβόλο πνεύμα τους και την τέλεια αίσθηση του αστείου, χωρίς ποτέ να υπερβαίνουν τα σύνορα που το χωρίζουν από το γελοίο και τη διακωμώδηση.



Στη μνήμη του Γιάννη Κ. Ανδριτσάκη (Μοτίβου) αλλά και των ανθρώπων μιας άλλης-αξέχαστης εποχής, ας απολαύσουμε μερικά «Τσιντζινιώτικα ανέκδοτα», έτσι όπως έξυπνα και γλαφυρά τα απέδωσε με την έξοχη πένα του ο Μοτίβος στην εφημερίδα του «Τα Τσίντζινα» και στο βιβλίο του (Η ορθογραφία ακολουθεί το πρωτότυπο):

Το λυχνάρι και οι ποντικοί
Ασφαλώς, όλοι οι παληότεροι, θα θυμούνται το μπάρμπα Σπύρο το Νοχό, με το εκλεκτό «κονιάκι» πάντα στην τσέπη, με το πουράκι στο στόμα, με τη βραχνή από το οινόπνευμα και τη νικοτίνη φωνή του και την καλωσύνη, αφέλεια και αγνότητα. Τον θυμάμαι, παιδάκι τότε, σαν έβλεπε κανέναν «γραμματιζούμενο», να τον καλή, να πιούνε «κάτι τις», βραχνά - βραχνά: «Δεν πίνουμε κανένα, ρε κοντυλοφόρε»;

Λοιπόν, ο μπάρμπα Σπύρος είχε κρεμασμένο από μια κόρδα, στο σπίτι του στα Τσίντζινα, το λυχναράκι του, για να φωτίζεται. Ανακάλυψε, όμως, πως τα ποντίκια κατέβαιναν από τις κόρδες και του τρώγαν το φυτίλι. Τι να κάνη να σταματήση τούτο το κακό;

Βάζει μιαν αφάνα στο πάνω μέρος του λυχναριού, για να εμποδίση την … κάθοδο των … «Δωριέων» ποντικών και … ησύχασε.

Μα ένα βράδυ, φαίνεται παραζεστάθηκε η αφάνα, πήρε φωτιά, μαζύ και η κόρδα, και σε λίγο όλο το σπίτι έγινε πυροτέχνημα. Όταν το είδε «στάχτη» ο μπάρμπα Σπύρος, βραχνά - βραχνά, με όλη την αφέλειά του, έκραξε:

- Εκάηκε το παληοκάλυβο, αλλά τα πήρε ο διάολος κιΆ αυτά!!!


Τα μανιτάρια
(Από τα αξέχαστα της γρηάς Μουσαΐκενας).
Κάποτε, της έστειλαν από τα Τσίντζινα, οι αγροφύλακες, μανιτάρια. Τα έπλυνε, τα καλομαγείρεψε, αλλά πουθενά να τα δοκιμάση, γιατί φοβόταν μήπως είναι δηλητηριασμένα «και τα τινάξη» στα καλά καθούμενα … νεαρή, καμμιά εξηνταριά χρονών τότε. Δεν ήξερε τι να κάνη. Και τα λυμπιζότανε και τα φοβότανε. Μετά από αρκετή ώρα σκέψη, φωνάζει τη γειτόνισσά της, τη Βενέτα.
-ΜωρΆ Βενέτα, έλα δω που σε θέλω!
Επήγε λοιπόν η καψερή η Βενέτα κιΆ η γρηά Μουσαΐκενα της λέει:
-ΜωρΆ Βενέτα, μούστειλαν κάτι μανιτάρια από τα Τσίντζινα κιΆ είναι πεντανόστιμα. Εγώ έφαγα μπόλικα, μα σου κράτησα και σένα λίγα, να σε φιλέψω ντε!
Της έβγαλε μερικά στο πιάτο κιΆ η Βενέτα (πειραματόζωο της γρηας Μουσαΐκενας), τα Άφαγε. Και σαν το διηγιέταν αργότερα η γρηά Μουσαΐκενα, έλεγε:
-Εκαρτέρεσα που λέτε κανά δυο ωρίτσες, δεν άκουσα να σκούξη η Βενέτα, κατάλαβα πια πως ήτανε καλά τα μανιτάρια κιΆ έβγαλα κιΆ εγώ κιΆ έφαγα μπόλικα!!!


Δεν τρων αρτυμή
Κάποιο πρωί ο Διαμαντής Τριήρης έστελνε από το χτήμα του, στο «Βασιλοπέραμα», τον γιο του τον Γιάννη (μικρόν τότε), να πάει απέναντι στα «Κονιδέικα», να φέρει κάτι καλάμι που του χρειαζόταν.
- Δεν πάω πατέρα, λέει ο Γιάννης .
- Γιατί, ρε, δεν πας;
- Θα με φαν τα σκυλιά, πατέρα.
Κι ο Διαμαντής: «Πήγαινε σαπέρα, ρε. Είναι Τετάρτη σήμερα, δεν τρων αρτυμή»!


Το ρακί
Γνωστός μας πια ο μπάρμπα Σπύρος ο Νοχός. Διατηρούσε στάνη για να μπορή να  έχη καθημερινή παρέα τους τσοπάνηδες, να πίνη από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να καταφέρη να ξοδέψη μια καθόλου ευκαταφρόνητη Αμερικανική σύνταξη που Άπαιρνε για το παιδί του, που σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κάποια φορά, λοιπόν, έπεσε ο μπάρμπα Σπύρος, μεθυσμένος, κι έσπασε το πόδι του. Η τότε «ορθοπεδικός χειρούργος» Γιαννούλα «Χλιβερίτσα», στην οποία «προσήχθη ο ασθενής», αφού του έδεσε το πόδι με άπλυτα μαλλιά προβάτου, λιβάνι, καλάμια κλπ, έδωσε εντολή, σαν τον πονάη, να το «μπουχίζουν» με ρακί. Απαγόρευσε όμως ρητά στον μπάρμπα Σπύρο, να πίνη κρασί.

Πέρασε – αλλά πώς την πέρασε – την πρώτη μέρα χωρίς κρασί ο μπάρμπα Σπύρος. Τη δεύτερη μέρα, όμως, τα πράγματα «σφίχτηκαν». Παρακάλεσε τη θειά Σπύρενα (ηρωική και υπομονετική σύζυγο), κρυφά από την «γιατρό», να του δώση «ένα ποτηράκι», μα στάθηκε αδύνατο. Στην απόγνωσή του, λοιπόν, θυμήθηκε το μπούχισμα με το ρακί, που το ΅χε αναλάβει η θεια Σπύρενα, και βγάζοντάς την «ακατάλληλη» γιΆ αυτή τη δουλειά … ανάλαβε προσωπικώς το μπούχισμα ο μπάρμπα Σπύρος.

Γιόμιζε, λοιπόν, κάθε τόσο το στόμα του ρακί (τάχα για να μπουχίσει το πονεμένο πόδι του) μα το «ευλογημένο» ρακί, γλυκό και νόστιμο, «κατηφόριζε» στα διψασμένα «σωθικά» τού «στεγνωμένου» μπάρμπα Σπύρου. Κι έτσι, αντί για ρακί, μπούχιζε αέρα.

Όταν το μπούχισμα το Άχε αναλάβει η θεια Σπύρενα, αγόραζαν το ρακί σΆ ένα καστοσταριάρικο μπουκάλι. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Κάθε τόσο ο μπάρμπα Σπύρος φώναζε: «Βρε γυναίκα, φέρε καϋμένη λίγο ρακί να το μπουχίσω. Με μούρλανε ο πόνος».

Μα πού να φτάση  το κατοσταριάρικο μπουκάλι. Ούτε ο λαιμός του δεν βρέχεταν. Κι έτσι το κατοσταριάρικο έγινε της μισής, ύστερα της οκάς κι όλο κιΆ ανέβαινε. «Πού την έχανες πού την έβρισκες» τη θεια Σπύρενα, στου Κωστή του Ανδριτσάκη για ρακί … , για το πονεμένο πόδι του μπαρμπα Σπύρου.

(Αφήγηση  Παν. Ν. Ανδριτσάκη – Ψαράκου)


«Παναγιά μου σώσε μας»
Ήταν μεγάλη χαρά για την Γκοριτσά, εκείνα τα χρόνια, όταν ερχόταν το ταχυδρομείο. Ίσως να το περίμεναν με τόση μεγάλη ανυπομονησία, επειδή ερχόταν μονάχα τρεις φορές την εβδομάδα. Το ταχυδρομείο ανοιγόταν σε κάθε καφενείο και όλοι μαζεύονταν εκεί, με την κρυφή λαχτάρα μήπως έχουν κανένα γράμμα από φίλους ή συγγενείς και περισσότερο από τη μακρυνή Αμερική, με κανένα δολλάριο μέσα.
Κείνη τη φορά, θΆ άνοιγε το ταχυδρομείο ο δάσκαλος Πολίτης, στο μαγαζί τού μπάρμπα Γιάννη του Γρηγόρη (Γαρουφόγιαννη). Όπως συνήθως, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί. Ο δάσκαλος άνοιξε το σάκκο, έβγαλε τα γράμματα, άρχισε να φωνάζη τα ονόματα κιΆ ο κάθε τυχερός πλησίαζε να πάρη το γράμμα του.

Η σύναξη ήταν μεγάλη εκείνη την ημέρα και το πάτωμα του μαγαζιού παληό .Σε μια στιγμή, το γερασμένο πάτωμα, αδυνατώντας να βαστήξη τόσο βάρος, άρχισε πρώτα να τρέμη, ύστερα να τρίζει και, σιγά – σιγά, να κατεβαίνει προς τα κάτω.

Περιττεύει να περιγράψη κανείς τις στιγμές εκείνες και την ατμόσφαιρα πανικού. Όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να επικαλούνται άλλοι την Παναγία, άλλοι τον Χριστό και άλλοι όποιον ¶γιο βρίσκανε πιο πρόχειρο εκείνη τη στιγμή. Ανάμεσα στους πολλούς, ήταν και ο μακαρίτης ο μπάρμπΆ Αναστάσης Κωστιάνης (Καρβελάς), λεβεντοτσέλιγκας εκείνης της εποχής. Όταν το πάτωμα άρχισε την υποχώρηση κι άκουσε τους άλλους να φωνάζουν, άρχισε να φωνάζη κι αυτός:
-Παναγιά μου, σώσε μας και θα σου φέρω ένα κριάρι!
Το πάτωμα, κατεβαίνοντας – κατεβαίνοντας, σταμάτησε κάποια στιγμή και όλοι, αναστατωμένοι, ρωτούσαν ο ένας τον άλλον μην έπαθε κανένας τίποτα. Ευτυχώς, όλοι ήταν καλά. Κανείς δεν έπαθε το παραμικρό. Και τότε ακούστηκε να λέει ο μπάρμπΆ Αναστάσης:
-Μωρέ, τσάμπα πάει το κριάρι !!!

(Προσφορά της εν Σπάρτη εκ μητρός συμπατριώτισσας κ. Χριστίνας Μέγγου – Φιλιπποπούλου, Δ/ντρίας Γαλλικού Ινστιτούτου)


Πώς σταμάτησε ο μύλος
Καλοκάγαθος, αλλά λάτρης της κάνουλας, ο μακαρίτης ο μπάρμπα Αποστόλης.
Μια νύχτα, λοιπόν, η ώρα περασμένη, εγκατέλειπε την ταβέρνα της «Μαρίνας», για να πάη σπίτι του αλλά «σούρας» πρώτου βαθμού. Βαδίζοντας τον έρημο εκείνη τη στιγμή Τσιντζινιώτικο δρόμο και περνώντας έξω ακριβώς στο σπίτι του μπάρμπα Θανάση του Κουτρουμπή, κατά κακή του τύχη, ένα κακοφτιαγμένο «οχτάρι» τον οδηγεί μέσα στΆ αυλάκι (που κείνο τον καιρό ήταν ξέσκεπο) και με το νερό αυτό δούλευε ο μύλος του μπάρμπα Νικόλα του Ψαρά.

Ξαφνιασμένος ο μπάρμπα Αποστόλης από το αναπάντεχο, αγωνιζόταν να ξεντακώση από τΆ αυλάκι. Αλλά η «σούρα» τού είχε παραλύσει τα νεύρα κιΆ αντί να βγαίνη προς τα όξω, έκανε τέλεια εφαρμογή, καθιστός τώρα μεσΆ στο νερό, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια στο έλεος του Θεού. Εν τω μεταξύ, όμως, το νερό, μπροστά στον όγκο του μπάρμπΆ Αποστόλη, άλλαξε ροή και χυνόταν στο δρόμο και, φυσικά, σταμάτησε κι ο μύλος του μπάρμπα Νικόλα, ο οποίος (κατά σύμπτωση) είχε άλεσμα κείνη την ώρα και άλεθε «του καλού καιρού».

Βλέποντας, λοιπόν, ο μπάρμπα Νικόλας το λιθάρι του μύλου να χάνη στροφές και, τελικά, να σταματάη, μπήγει τις φωνές, βρίζοντας «γονιούς και διαβόλους», κι αρπάζει την τσάπα και το φανάρι και τρέχει να ιδή ποιος έκοψε το νερό τέτοιαν ώρα.
Προχωρώντας δίπλα στΆ αυλάκι, ακούει (πριν φτάσει σε καμιά δεκαριά μέτρα) το νερό που βούιζε κατεβαίνοντας τον κατήφορο, προς το ρέμα. Πλησιάζει και βλέπει έναν σκοτεινό όγκο στΆ αυλάκι. Σηκώνει την τσάπα να χτυπήση, αλλά τον σταματάει ένα βογγητό παράξενο. Φέρνει το φανάρι πιο κοντά και μένει κατάπληκτος.
-Ρε, ρε Αποστόλη, πώς βρέθηκες εδώ τέτοιαν ώρα, που να σε πάρει η ευκή; ΓιΆ αυτό σταμάτησε ο μύλος μου;
Τον τραβάει και τον ξεντακώνει. Μα τι νΆ απαντήση ο μπάρμπΆ Αποστόλης, που μαλάκωνε σαν μπακαλιάρος κιΆ είχε σουφρώσει σαν τσαπελόσυκο από την ψύξη.
Τον ξέβγαλε ο μπάρμπα Νικόλας πιο πέρα για να ξεδραγκώση και γελώντας γύρισε πίσω, για να τελειώση το άλεσμα.

(αφήγηση Ι. Λ. Πολίτη – Χατζόγιαννη)


Αυτά, και άλλα πολλά, έγραψε κάποτε ο Γιάννης Ν. Ανδριτσάκης, ο αγαπημένος «Μοτίβος» όλων, στην τοπική εφημερίδα του «ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ», που άφησε εποχή , τότε που «λες και η ζωή ήταν μια λευκή κόλλα χαρτί, έτοιμη να γεμίσει γράμματα».

Ο Μοτίβος μπορεί να «έφυγε» νωρίς, άφησε, όμως, πίσω του  το έργο, το ήθος και το παράδειγμα ζωής του, που θα τον μνημονεύουν για πάντα.



ΥΓ: Τα Τσίντζινα ή Πολύδροσο είναι ένα από τα πιο ορεινά (υψ. 1.100 μ) και ομορφότερα, παραδοσιακά χωριά της Λακωνίας, χτισμένο στην “καρδιά” του Πάρνωνα, μέσα σε μια καταπράσινη κοιλάδα. Κάποτε τα Τσίντζινα είχαν φτάσει να αριθμούν πάνω από χίλιους κατοίκους. Σιγά - σιγά όμως άρχισε η «μετανάστευση». Πολλοί έφυγαν στην ξενιτειά κι αυτοί που απόμειναν άρχισαν να μετακομίζουν στα ημιορεινά χωριά Γκοριτσά και Ζούπαινα, όπου και καλλιεργούσαν  τη γη, ξεχείμαζαν τα κοπάδια τους κι όταν καλοκαίρευε ξανανέβαιναν στα Τσίντζινα

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image











Apela Real Estate

Κτηματομεσιτικό Γραφείο Λακωνίας