Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Ανωγειάτη "Το παιδί που έστειλε ο θεός"
Μοιράσου το άρθρο:
05-09-2012
Πριν από λίγες μέρες, ο συνεργάτης της εφημερίδας Λακωνικός Τύπος Γιώργος Ανωγειάτης κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή είκοσι διηγημάτων, με τίτλο: «Το παιδί που έστειλε ο θεός».
Με την ευκαιρία αυτή, σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Χριστίνα Χιώτη.
Ερώτηση: Βλέπουμε πως το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, πατριώτη μας συγγραφέα, Δημήτρη Πετσετίδη. Τι είναι ο Δημήτρης Πετσετίδης για εσάς;
Απάντηση: Θα ήμουνα αγνώμων, αν δεν τον ευχαριστούσα. Είναι ο άνθρωπος, που με την επιμονή του, μΆ έμαθε να γράφω. Θυσίασε πολλές ώρες για μένα, ώσπου να καταφέρει να κυλήσει το νερό στΆ αυλάκι.
Ερώτηση: Σε τι αναφέρονται, αυτά τα διηγήματα;
Απάντηση: Είναι ιστορίες απλές, καθημερινές, αλλά και προϊόντα της φαντασίας μου. Για να γράψεις κάτι, πρέπει να έχεις ένα ερέθισμα, να φας, όπως λέμε, τη σφαλιάρα. Κι αυτή η σφαλιάρα μπορεί να έρθει από παντού, είτε από μια είδηση που θΆ ακούσεις ή που θα διαβάσεις, είτε από μια κουβέντα μΆ ένα φίλο ή ένα γείτονα, είτε από μια εικόνα, ακόμα και φωτογραφία, που θα δεις, όλα αυτά μπορούν να σε κάνουν να γράψεις, αρκεί οι κεραίες σου να τα αξιολογήσουν κατάλληλα, και με τη βοήθεια της φαντασίας να γίνουν διήγημα.
Οι ιστορίες μου αναφέρονται σε περιπέτειες απλών ανθρώπων, σε αχαρακτήριστες συμπεριφορές κάποιων, που σκοπό τους έχουν να βοηθούν κι όχι να εκμεταλλεύονται το συνάνθρωπό τους, σε πράγματα που θέλαμε και ονειρευόμαστε να κάνουμε, στις διάφορες υπηρεσίες που δεν προσφέρουν ουσιαστικά τίποτα στον απλό κοσμάκη, αλλά τον κοροϊδεύουν, στους αχόρταγους που κοιτάνε μόνο πώς να κονομήσουν, στην έλλειψη παιδείας κι ευαισθησίας και σε πολλά άλλα.
Ερώτηση: Διακρίνουμε μια νοσταλγία για τον παλιό καλό τρόπο ζωής του περασμένου αιώνα.
Απάντηση: Ναι, υπάρχει διάχυτη σΆ όλα τα γραφτά μου. Θεωρώ πως οι πολλές ανέσεις και τα πολλά μέσα, αντί να βοηθήσουν τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος, κατάφεραν το αντίθετο. Τον έκαναν εγωπαθή και τον αποξένωσαν από το γείτονά του, τα δε προϊόντα που παράγει, δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνα του παρελθόντος. Τον νοιάζει μονάχα με ποιον τρόπο θΆ αυξήσει την παραγωγή κι αδιαφορεί για την ποιότητα.
Ερώτηση: Πότε αρχίσατε να γράφετε;
Απάντηση: Το 2001. Τα διηγήματα κινούνται σΆ ένα ευρύ φάσμα χρόνου. Κάποιο αναφέρεται στο 1917, στο 1945, στη δεκαετία του εβδομήντα, και τα υπόλοιπα στη σημερινή εποχή. Την αφορμή για το πρώτο διήγημα την έδωσε η πεθερά μου, όταν κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, στο τζάκι, ανάφερε την αχαρακτήριστη συμπεριφορά ενός λειτουργού του Υψίστου, απέναντι στο νεωκόρο του, (Τεφαρίκι). Μετά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα.
Ερώτηση: Γιατί γράφετε, κύριε Ανωγειάτη;
Απάντηση: Από μια εσωτερική παρόρμηση. Είναι αυτό που πολλές φορές δεν μΆ αφήνει να κοιμηθώ, αν δεν το εξωτερικεύσω και δεν το κάνω κοινό χτήμα. Δεν μΆ αρέσει το καλάμι, γιΆ αυτό άλλωστε προτιμώ τον εκδοτικό οίκο του τόπου μας, την Αδούλωτη Μάνη. Αν τα γραφτά μου αξίζουν, θα μείνουν για πάντα, αλλιώς….
Ερώτηση: Το εξώφυλλο του βιβλίου σας κοσμεί μια φωτογραφία, δική σας πάλι, που απεικονίζει ένα μεγάλο δέντρο με γυμνά κλαδιά. Συμβολίζει κάτι;
Απάντηση: Είναι ένα δέντρο στα Κάτω Διπόταμα, που σΆ εντυπωσιάζει με τον όγκο του. Τα γυμνά κλαδιά συμβολίζουν την αλήθεια, που κι αυτή είναι γυμνή, κι έτσι παρουσιάζεται σΆ αυτό το βιβλίο, αλλά και σε όσα γράψω ακόμα. Έχω ξαναπεί πως δεν μΆ αρέσει ο φερετζές, και πως τα γραπτά μένουν. Τι αξία θα έχουν για τις επόμενες γενιές, αν δεν γράψουμε την αλήθεια; Μόνο γέλιο ή και σιχασιά θα προκαλούν στα παιδιά μας.
Ερώτηση: Δύο διηγήματα είναι αφιερωμένα στους μεγάλους μουσικούς μας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Απάντηση: Αλίμονο! Τι θα ήμασταν χωρίς αυτούς; Έχουν προσφέρει τα μέγιστα, κι έχουν ξανακάνει την Ελλάδα γνωστή σΆ όλο τον κόσμο. Δεν είναι υπερβολή να πω, πως σΆ όποιο δισκοπωλείο του κόσμου βρεθείς, θα δεις να υπάρχουν δίσκοι αυτών των δύο γιγάντων.
Ερώτηση: Τι σκοπό έχει ένα διήγημα;
Απάντηση: Το καλό διήγημα έχει πικρή γεύση. Κάτι σου αφήνει στο τέλος. Τα πιο πολλά τελειώνουν εκεί που δεν το περιμένεις και σΆ αφήνουν να εννοήσεις τη συνέχεια. Είναι δύσκολο να γραφτούν, γιατί σε τρεις – τέσσερις σελίδες πρέπει να διηγηθείς μιαν ολόκληρη ιστορία και να δώσεις το μήνυμά της με απλά και σταράτα λόγια, χωρίς πλεονασμούς.
Ερώτηση: Βλέπω πως είναι ευκολοδιάβαστα.
Απάντηση: Αυτό δεν σημαίνει πως είναι απλή γραφή, κάθε άλλο. ΜΆ αρέσει να καταλαβαίνει ο κόσμος τι θέλω να πω, κι όχι να βασανίζεται με γρίφους και να τα ξαναδιαβάζει, ώσπου να τα καταφέρει. Αν αυτό σε κάνει μεγάλο συγγραφέα, ποτέ μου και γίνω! Πιθανόν κάποιοι να μου κολλήσουν και την ταμπέλα λαϊκιστής, αυτό όμως δεν με απασχολεί.
Ερώτηση: Πόσο καιρό σας παίρνει να γράψετε ένα διήγημα;
Απάντηση: Εξαρτάται. Μπορεί τρεις ώρες, μπορεί και παραπάνω, αλλά αυτό προϋποθέτει ζύμωση της ιδέας. Όταν το μυαλό την έχει επεξεργαστεί, το χέρι πάει από μόνο του. Μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα, το χτένισμα δηλαδή. Πρέπει να κόψεις και να ράψεις, να διορθώσεις τις ασυνταξίες και πολλά άλλα. Το μόνο διήγημα που έγραψα σε δυο ώρες μονάχα, χωρίς να διορθώσω τίποτα, είναι εκείνο που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, «Το παιδί που έστειλε ο θεός»
Ερώτηση: Τι σας ενοχλεί πιο πολύ;
Απάντηση: Πάρα πολλά. Το ότι δεν έχουμε ικανούς πολιτικούς, πάνω απΆ όλα, το ότι κακοποιούμε τη γλώσσα μας, (Αχ βρε παιδιά, μιλήστε Ελληνικά, στην Ελλάδα ζείτε, τι διάολο, δεν αγαπάτε τη χώρα σας; Με τον τρόπο σας, είναι σαν να την παραχωρείτε σε άλλους), το ότι ο σημερινός άνθρωπος απομακρύνεται από την κλασική ανθρωπιστική παιδεία, το ότι ο μισθός μας έχει ψαλιδιστεί αρκετά, κι όπως φαίνεται κανένας δεν αντιδρά, το ότι ψηφίζουμε μια ζωή τους ίδιους και κατά βάση ανίκανους πολιτικούς, το ότι η χώρα μας δεν παράγει σχεδόν τίποτα και εισάγει σχεδόν τα πάντα, το ότι δεν τηρούμε τους νόμους, γιατί νόμοι υπάρχουν, αλλά έχουμε βρει παραθυράκια και τους παρακάμπτουμε, (Καημένε Σωκράτη, θα τρίζουν τα κόκαλά σου!), το ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις πλαισιώνονται από αργυρώνητους δημοσιογράφους, που κάνουν πλύση εγκεφάλου, παρουσιάζοντας το άσπρο μαύρο και το αντίθετο, το ότι δεν σκεπτόμαστε αρκετά, το ότι δεν σκεπτόμαστε οικουμενικά, το ότι δεν σκεπτόμαστε καθόλου…
Ερώτηση: Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Απάντηση: Πρόκειται σύντομα να εκδοθεί κι άλλη συλλογή με διηγήματα, από τις ίδιες εκδόσεις, με τίτλο: «Φορολογία ονείρων»
Ερώτηση: Τι περιμένετε από τους αναγνώστες σας;
Απάντηση: Ένα χαμόγελο κι ένα ειλικρινές σφίξιμο του χεριού, όταν με συναντούν. Θα χαρώ, όταν κάποιοι βρουν και τρωτά και μου τα χτυπήσουν. Έτσι θα καταφέρω να γίνω καλύτερος. Σας ευχαριστώ πολύ.
Δημοσιεύτηκες στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ του Σαββάτου 1 Σεπτεμβρίου
Με την ευκαιρία αυτή, σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Χριστίνα Χιώτη.
Ερώτηση: Βλέπουμε πως το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, πατριώτη μας συγγραφέα, Δημήτρη Πετσετίδη. Τι είναι ο Δημήτρης Πετσετίδης για εσάς;
Απάντηση: Θα ήμουνα αγνώμων, αν δεν τον ευχαριστούσα. Είναι ο άνθρωπος, που με την επιμονή του, μΆ έμαθε να γράφω. Θυσίασε πολλές ώρες για μένα, ώσπου να καταφέρει να κυλήσει το νερό στΆ αυλάκι.
Ερώτηση: Σε τι αναφέρονται, αυτά τα διηγήματα;
Απάντηση: Είναι ιστορίες απλές, καθημερινές, αλλά και προϊόντα της φαντασίας μου. Για να γράψεις κάτι, πρέπει να έχεις ένα ερέθισμα, να φας, όπως λέμε, τη σφαλιάρα. Κι αυτή η σφαλιάρα μπορεί να έρθει από παντού, είτε από μια είδηση που θΆ ακούσεις ή που θα διαβάσεις, είτε από μια κουβέντα μΆ ένα φίλο ή ένα γείτονα, είτε από μια εικόνα, ακόμα και φωτογραφία, που θα δεις, όλα αυτά μπορούν να σε κάνουν να γράψεις, αρκεί οι κεραίες σου να τα αξιολογήσουν κατάλληλα, και με τη βοήθεια της φαντασίας να γίνουν διήγημα.
Οι ιστορίες μου αναφέρονται σε περιπέτειες απλών ανθρώπων, σε αχαρακτήριστες συμπεριφορές κάποιων, που σκοπό τους έχουν να βοηθούν κι όχι να εκμεταλλεύονται το συνάνθρωπό τους, σε πράγματα που θέλαμε και ονειρευόμαστε να κάνουμε, στις διάφορες υπηρεσίες που δεν προσφέρουν ουσιαστικά τίποτα στον απλό κοσμάκη, αλλά τον κοροϊδεύουν, στους αχόρταγους που κοιτάνε μόνο πώς να κονομήσουν, στην έλλειψη παιδείας κι ευαισθησίας και σε πολλά άλλα.
Ερώτηση: Διακρίνουμε μια νοσταλγία για τον παλιό καλό τρόπο ζωής του περασμένου αιώνα.
Απάντηση: Ναι, υπάρχει διάχυτη σΆ όλα τα γραφτά μου. Θεωρώ πως οι πολλές ανέσεις και τα πολλά μέσα, αντί να βοηθήσουν τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος, κατάφεραν το αντίθετο. Τον έκαναν εγωπαθή και τον αποξένωσαν από το γείτονά του, τα δε προϊόντα που παράγει, δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνα του παρελθόντος. Τον νοιάζει μονάχα με ποιον τρόπο θΆ αυξήσει την παραγωγή κι αδιαφορεί για την ποιότητα.
Ερώτηση: Πότε αρχίσατε να γράφετε;
Απάντηση: Το 2001. Τα διηγήματα κινούνται σΆ ένα ευρύ φάσμα χρόνου. Κάποιο αναφέρεται στο 1917, στο 1945, στη δεκαετία του εβδομήντα, και τα υπόλοιπα στη σημερινή εποχή. Την αφορμή για το πρώτο διήγημα την έδωσε η πεθερά μου, όταν κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, στο τζάκι, ανάφερε την αχαρακτήριστη συμπεριφορά ενός λειτουργού του Υψίστου, απέναντι στο νεωκόρο του, (Τεφαρίκι). Μετά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα.
Ερώτηση: Γιατί γράφετε, κύριε Ανωγειάτη;
Απάντηση: Από μια εσωτερική παρόρμηση. Είναι αυτό που πολλές φορές δεν μΆ αφήνει να κοιμηθώ, αν δεν το εξωτερικεύσω και δεν το κάνω κοινό χτήμα. Δεν μΆ αρέσει το καλάμι, γιΆ αυτό άλλωστε προτιμώ τον εκδοτικό οίκο του τόπου μας, την Αδούλωτη Μάνη. Αν τα γραφτά μου αξίζουν, θα μείνουν για πάντα, αλλιώς….
Ερώτηση: Το εξώφυλλο του βιβλίου σας κοσμεί μια φωτογραφία, δική σας πάλι, που απεικονίζει ένα μεγάλο δέντρο με γυμνά κλαδιά. Συμβολίζει κάτι;
Απάντηση: Είναι ένα δέντρο στα Κάτω Διπόταμα, που σΆ εντυπωσιάζει με τον όγκο του. Τα γυμνά κλαδιά συμβολίζουν την αλήθεια, που κι αυτή είναι γυμνή, κι έτσι παρουσιάζεται σΆ αυτό το βιβλίο, αλλά και σε όσα γράψω ακόμα. Έχω ξαναπεί πως δεν μΆ αρέσει ο φερετζές, και πως τα γραπτά μένουν. Τι αξία θα έχουν για τις επόμενες γενιές, αν δεν γράψουμε την αλήθεια; Μόνο γέλιο ή και σιχασιά θα προκαλούν στα παιδιά μας.
Ερώτηση: Δύο διηγήματα είναι αφιερωμένα στους μεγάλους μουσικούς μας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Απάντηση: Αλίμονο! Τι θα ήμασταν χωρίς αυτούς; Έχουν προσφέρει τα μέγιστα, κι έχουν ξανακάνει την Ελλάδα γνωστή σΆ όλο τον κόσμο. Δεν είναι υπερβολή να πω, πως σΆ όποιο δισκοπωλείο του κόσμου βρεθείς, θα δεις να υπάρχουν δίσκοι αυτών των δύο γιγάντων.
Ερώτηση: Τι σκοπό έχει ένα διήγημα;
Απάντηση: Το καλό διήγημα έχει πικρή γεύση. Κάτι σου αφήνει στο τέλος. Τα πιο πολλά τελειώνουν εκεί που δεν το περιμένεις και σΆ αφήνουν να εννοήσεις τη συνέχεια. Είναι δύσκολο να γραφτούν, γιατί σε τρεις – τέσσερις σελίδες πρέπει να διηγηθείς μιαν ολόκληρη ιστορία και να δώσεις το μήνυμά της με απλά και σταράτα λόγια, χωρίς πλεονασμούς.
Ερώτηση: Βλέπω πως είναι ευκολοδιάβαστα.
Απάντηση: Αυτό δεν σημαίνει πως είναι απλή γραφή, κάθε άλλο. ΜΆ αρέσει να καταλαβαίνει ο κόσμος τι θέλω να πω, κι όχι να βασανίζεται με γρίφους και να τα ξαναδιαβάζει, ώσπου να τα καταφέρει. Αν αυτό σε κάνει μεγάλο συγγραφέα, ποτέ μου και γίνω! Πιθανόν κάποιοι να μου κολλήσουν και την ταμπέλα λαϊκιστής, αυτό όμως δεν με απασχολεί.
Ερώτηση: Πόσο καιρό σας παίρνει να γράψετε ένα διήγημα;
Απάντηση: Εξαρτάται. Μπορεί τρεις ώρες, μπορεί και παραπάνω, αλλά αυτό προϋποθέτει ζύμωση της ιδέας. Όταν το μυαλό την έχει επεξεργαστεί, το χέρι πάει από μόνο του. Μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα, το χτένισμα δηλαδή. Πρέπει να κόψεις και να ράψεις, να διορθώσεις τις ασυνταξίες και πολλά άλλα. Το μόνο διήγημα που έγραψα σε δυο ώρες μονάχα, χωρίς να διορθώσω τίποτα, είναι εκείνο που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, «Το παιδί που έστειλε ο θεός»
Ερώτηση: Τι σας ενοχλεί πιο πολύ;
Απάντηση: Πάρα πολλά. Το ότι δεν έχουμε ικανούς πολιτικούς, πάνω απΆ όλα, το ότι κακοποιούμε τη γλώσσα μας, (Αχ βρε παιδιά, μιλήστε Ελληνικά, στην Ελλάδα ζείτε, τι διάολο, δεν αγαπάτε τη χώρα σας; Με τον τρόπο σας, είναι σαν να την παραχωρείτε σε άλλους), το ότι ο σημερινός άνθρωπος απομακρύνεται από την κλασική ανθρωπιστική παιδεία, το ότι ο μισθός μας έχει ψαλιδιστεί αρκετά, κι όπως φαίνεται κανένας δεν αντιδρά, το ότι ψηφίζουμε μια ζωή τους ίδιους και κατά βάση ανίκανους πολιτικούς, το ότι η χώρα μας δεν παράγει σχεδόν τίποτα και εισάγει σχεδόν τα πάντα, το ότι δεν τηρούμε τους νόμους, γιατί νόμοι υπάρχουν, αλλά έχουμε βρει παραθυράκια και τους παρακάμπτουμε, (Καημένε Σωκράτη, θα τρίζουν τα κόκαλά σου!), το ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις πλαισιώνονται από αργυρώνητους δημοσιογράφους, που κάνουν πλύση εγκεφάλου, παρουσιάζοντας το άσπρο μαύρο και το αντίθετο, το ότι δεν σκεπτόμαστε αρκετά, το ότι δεν σκεπτόμαστε οικουμενικά, το ότι δεν σκεπτόμαστε καθόλου…
Ερώτηση: Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Απάντηση: Πρόκειται σύντομα να εκδοθεί κι άλλη συλλογή με διηγήματα, από τις ίδιες εκδόσεις, με τίτλο: «Φορολογία ονείρων»
Ερώτηση: Τι περιμένετε από τους αναγνώστες σας;
Απάντηση: Ένα χαμόγελο κι ένα ειλικρινές σφίξιμο του χεριού, όταν με συναντούν. Θα χαρώ, όταν κάποιοι βρουν και τρωτά και μου τα χτυπήσουν. Έτσι θα καταφέρω να γίνω καλύτερος. Σας ευχαριστώ πολύ.
Δημοσιεύτηκες στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ του Σαββάτου 1 Σεπτεμβρίου
Πριν από λίγες μέρες, ο συνεργάτης της εφημερίδας Λακωνικός Τύπος Γιώργος Ανωγειάτης κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή είκοσι διηγημάτων, με τίτλο: «Το παιδί που έστειλε ο θεός».
Με την ευκαιρία αυτή, σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Χριστίνα Χιώτη.
Ερώτηση: Βλέπουμε πως το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, πατριώτη μας συγγραφέα, Δημήτρη Πετσετίδη. Τι είναι ο Δημήτρης Πετσετίδης για εσάς;
Απάντηση: Θα ήμουνα αγνώμων, αν δεν τον ευχαριστούσα. Είναι ο άνθρωπος, που με την επιμονή του, μΆ έμαθε να γράφω. Θυσίασε πολλές ώρες για μένα, ώσπου να καταφέρει να κυλήσει το νερό στΆ αυλάκι.
Ερώτηση: Σε τι αναφέρονται, αυτά τα διηγήματα;
Απάντηση: Είναι ιστορίες απλές, καθημερινές, αλλά και προϊόντα της φαντασίας μου. Για να γράψεις κάτι, πρέπει να έχεις ένα ερέθισμα, να φας, όπως λέμε, τη σφαλιάρα. Κι αυτή η σφαλιάρα μπορεί να έρθει από παντού, είτε από μια είδηση που θΆ ακούσεις ή που θα διαβάσεις, είτε από μια κουβέντα μΆ ένα φίλο ή ένα γείτονα, είτε από μια εικόνα, ακόμα και φωτογραφία, που θα δεις, όλα αυτά μπορούν να σε κάνουν να γράψεις, αρκεί οι κεραίες σου να τα αξιολογήσουν κατάλληλα, και με τη βοήθεια της φαντασίας να γίνουν διήγημα.
Οι ιστορίες μου αναφέρονται σε περιπέτειες απλών ανθρώπων, σε αχαρακτήριστες συμπεριφορές κάποιων, που σκοπό τους έχουν να βοηθούν κι όχι να εκμεταλλεύονται το συνάνθρωπό τους, σε πράγματα που θέλαμε και ονειρευόμαστε να κάνουμε, στις διάφορες υπηρεσίες που δεν προσφέρουν ουσιαστικά τίποτα στον απλό κοσμάκη, αλλά τον κοροϊδεύουν, στους αχόρταγους που κοιτάνε μόνο πώς να κονομήσουν, στην έλλειψη παιδείας κι ευαισθησίας και σε πολλά άλλα.
Ερώτηση: Διακρίνουμε μια νοσταλγία για τον παλιό καλό τρόπο ζωής του περασμένου αιώνα.
Απάντηση: Ναι, υπάρχει διάχυτη σΆ όλα τα γραφτά μου. Θεωρώ πως οι πολλές ανέσεις και τα πολλά μέσα, αντί να βοηθήσουν τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος, κατάφεραν το αντίθετο. Τον έκαναν εγωπαθή και τον αποξένωσαν από το γείτονά του, τα δε προϊόντα που παράγει, δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνα του παρελθόντος. Τον νοιάζει μονάχα με ποιον τρόπο θΆ αυξήσει την παραγωγή κι αδιαφορεί για την ποιότητα.
Ερώτηση: Πότε αρχίσατε να γράφετε;
Απάντηση: Το 2001. Τα διηγήματα κινούνται σΆ ένα ευρύ φάσμα χρόνου. Κάποιο αναφέρεται στο 1917, στο 1945, στη δεκαετία του εβδομήντα, και τα υπόλοιπα στη σημερινή εποχή. Την αφορμή για το πρώτο διήγημα την έδωσε η πεθερά μου, όταν κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, στο τζάκι, ανάφερε την αχαρακτήριστη συμπεριφορά ενός λειτουργού του Υψίστου, απέναντι στο νεωκόρο του, (Τεφαρίκι). Μετά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα.
Ερώτηση: Γιατί γράφετε, κύριε Ανωγειάτη;
Απάντηση: Από μια εσωτερική παρόρμηση. Είναι αυτό που πολλές φορές δεν μΆ αφήνει να κοιμηθώ, αν δεν το εξωτερικεύσω και δεν το κάνω κοινό χτήμα. Δεν μΆ αρέσει το καλάμι, γιΆ αυτό άλλωστε προτιμώ τον εκδοτικό οίκο του τόπου μας, την Αδούλωτη Μάνη. Αν τα γραφτά μου αξίζουν, θα μείνουν για πάντα, αλλιώς….
Ερώτηση: Το εξώφυλλο του βιβλίου σας κοσμεί μια φωτογραφία, δική σας πάλι, που απεικονίζει ένα μεγάλο δέντρο με γυμνά κλαδιά. Συμβολίζει κάτι;
Απάντηση: Είναι ένα δέντρο στα Κάτω Διπόταμα, που σΆ εντυπωσιάζει με τον όγκο του. Τα γυμνά κλαδιά συμβολίζουν την αλήθεια, που κι αυτή είναι γυμνή, κι έτσι παρουσιάζεται σΆ αυτό το βιβλίο, αλλά και σε όσα γράψω ακόμα. Έχω ξαναπεί πως δεν μΆ αρέσει ο φερετζές, και πως τα γραπτά μένουν. Τι αξία θα έχουν για τις επόμενες γενιές, αν δεν γράψουμε την αλήθεια; Μόνο γέλιο ή και σιχασιά θα προκαλούν στα παιδιά μας.
Ερώτηση: Δύο διηγήματα είναι αφιερωμένα στους μεγάλους μουσικούς μας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Απάντηση: Αλίμονο! Τι θα ήμασταν χωρίς αυτούς; Έχουν προσφέρει τα μέγιστα, κι έχουν ξανακάνει την Ελλάδα γνωστή σΆ όλο τον κόσμο. Δεν είναι υπερβολή να πω, πως σΆ όποιο δισκοπωλείο του κόσμου βρεθείς, θα δεις να υπάρχουν δίσκοι αυτών των δύο γιγάντων.
Ερώτηση: Τι σκοπό έχει ένα διήγημα;
Απάντηση: Το καλό διήγημα έχει πικρή γεύση. Κάτι σου αφήνει στο τέλος. Τα πιο πολλά τελειώνουν εκεί που δεν το περιμένεις και σΆ αφήνουν να εννοήσεις τη συνέχεια. Είναι δύσκολο να γραφτούν, γιατί σε τρεις – τέσσερις σελίδες πρέπει να διηγηθείς μιαν ολόκληρη ιστορία και να δώσεις το μήνυμά της με απλά και σταράτα λόγια, χωρίς πλεονασμούς.
Ερώτηση: Βλέπω πως είναι ευκολοδιάβαστα.
Απάντηση: Αυτό δεν σημαίνει πως είναι απλή γραφή, κάθε άλλο. ΜΆ αρέσει να καταλαβαίνει ο κόσμος τι θέλω να πω, κι όχι να βασανίζεται με γρίφους και να τα ξαναδιαβάζει, ώσπου να τα καταφέρει. Αν αυτό σε κάνει μεγάλο συγγραφέα, ποτέ μου και γίνω! Πιθανόν κάποιοι να μου κολλήσουν και την ταμπέλα λαϊκιστής, αυτό όμως δεν με απασχολεί.
Ερώτηση: Πόσο καιρό σας παίρνει να γράψετε ένα διήγημα;
Απάντηση: Εξαρτάται. Μπορεί τρεις ώρες, μπορεί και παραπάνω, αλλά αυτό προϋποθέτει ζύμωση της ιδέας. Όταν το μυαλό την έχει επεξεργαστεί, το χέρι πάει από μόνο του. Μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα, το χτένισμα δηλαδή. Πρέπει να κόψεις και να ράψεις, να διορθώσεις τις ασυνταξίες και πολλά άλλα. Το μόνο διήγημα που έγραψα σε δυο ώρες μονάχα, χωρίς να διορθώσω τίποτα, είναι εκείνο που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, «Το παιδί που έστειλε ο θεός»
Ερώτηση: Τι σας ενοχλεί πιο πολύ;
Απάντηση: Πάρα πολλά. Το ότι δεν έχουμε ικανούς πολιτικούς, πάνω απΆ όλα, το ότι κακοποιούμε τη γλώσσα μας, (Αχ βρε παιδιά, μιλήστε Ελληνικά, στην Ελλάδα ζείτε, τι διάολο, δεν αγαπάτε τη χώρα σας; Με τον τρόπο σας, είναι σαν να την παραχωρείτε σε άλλους), το ότι ο σημερινός άνθρωπος απομακρύνεται από την κλασική ανθρωπιστική παιδεία, το ότι ο μισθός μας έχει ψαλιδιστεί αρκετά, κι όπως φαίνεται κανένας δεν αντιδρά, το ότι ψηφίζουμε μια ζωή τους ίδιους και κατά βάση ανίκανους πολιτικούς, το ότι η χώρα μας δεν παράγει σχεδόν τίποτα και εισάγει σχεδόν τα πάντα, το ότι δεν τηρούμε τους νόμους, γιατί νόμοι υπάρχουν, αλλά έχουμε βρει παραθυράκια και τους παρακάμπτουμε, (Καημένε Σωκράτη, θα τρίζουν τα κόκαλά σου!), το ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις πλαισιώνονται από αργυρώνητους δημοσιογράφους, που κάνουν πλύση εγκεφάλου, παρουσιάζοντας το άσπρο μαύρο και το αντίθετο, το ότι δεν σκεπτόμαστε αρκετά, το ότι δεν σκεπτόμαστε οικουμενικά, το ότι δεν σκεπτόμαστε καθόλου…
Ερώτηση: Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Απάντηση: Πρόκειται σύντομα να εκδοθεί κι άλλη συλλογή με διηγήματα, από τις ίδιες εκδόσεις, με τίτλο: «Φορολογία ονείρων»
Ερώτηση: Τι περιμένετε από τους αναγνώστες σας;
Απάντηση: Ένα χαμόγελο κι ένα ειλικρινές σφίξιμο του χεριού, όταν με συναντούν. Θα χαρώ, όταν κάποιοι βρουν και τρωτά και μου τα χτυπήσουν. Έτσι θα καταφέρω να γίνω καλύτερος. Σας ευχαριστώ πολύ.
Δημοσιεύτηκες στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ του Σαββάτου 1 Σεπτεμβρίου
Με την ευκαιρία αυτή, σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Χριστίνα Χιώτη.
Ερώτηση: Βλέπουμε πως το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, πατριώτη μας συγγραφέα, Δημήτρη Πετσετίδη. Τι είναι ο Δημήτρης Πετσετίδης για εσάς;
Απάντηση: Θα ήμουνα αγνώμων, αν δεν τον ευχαριστούσα. Είναι ο άνθρωπος, που με την επιμονή του, μΆ έμαθε να γράφω. Θυσίασε πολλές ώρες για μένα, ώσπου να καταφέρει να κυλήσει το νερό στΆ αυλάκι.
Ερώτηση: Σε τι αναφέρονται, αυτά τα διηγήματα;
Απάντηση: Είναι ιστορίες απλές, καθημερινές, αλλά και προϊόντα της φαντασίας μου. Για να γράψεις κάτι, πρέπει να έχεις ένα ερέθισμα, να φας, όπως λέμε, τη σφαλιάρα. Κι αυτή η σφαλιάρα μπορεί να έρθει από παντού, είτε από μια είδηση που θΆ ακούσεις ή που θα διαβάσεις, είτε από μια κουβέντα μΆ ένα φίλο ή ένα γείτονα, είτε από μια εικόνα, ακόμα και φωτογραφία, που θα δεις, όλα αυτά μπορούν να σε κάνουν να γράψεις, αρκεί οι κεραίες σου να τα αξιολογήσουν κατάλληλα, και με τη βοήθεια της φαντασίας να γίνουν διήγημα.
Οι ιστορίες μου αναφέρονται σε περιπέτειες απλών ανθρώπων, σε αχαρακτήριστες συμπεριφορές κάποιων, που σκοπό τους έχουν να βοηθούν κι όχι να εκμεταλλεύονται το συνάνθρωπό τους, σε πράγματα που θέλαμε και ονειρευόμαστε να κάνουμε, στις διάφορες υπηρεσίες που δεν προσφέρουν ουσιαστικά τίποτα στον απλό κοσμάκη, αλλά τον κοροϊδεύουν, στους αχόρταγους που κοιτάνε μόνο πώς να κονομήσουν, στην έλλειψη παιδείας κι ευαισθησίας και σε πολλά άλλα.
Ερώτηση: Διακρίνουμε μια νοσταλγία για τον παλιό καλό τρόπο ζωής του περασμένου αιώνα.
Απάντηση: Ναι, υπάρχει διάχυτη σΆ όλα τα γραφτά μου. Θεωρώ πως οι πολλές ανέσεις και τα πολλά μέσα, αντί να βοηθήσουν τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος, κατάφεραν το αντίθετο. Τον έκαναν εγωπαθή και τον αποξένωσαν από το γείτονά του, τα δε προϊόντα που παράγει, δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνα του παρελθόντος. Τον νοιάζει μονάχα με ποιον τρόπο θΆ αυξήσει την παραγωγή κι αδιαφορεί για την ποιότητα.
Ερώτηση: Πότε αρχίσατε να γράφετε;
Απάντηση: Το 2001. Τα διηγήματα κινούνται σΆ ένα ευρύ φάσμα χρόνου. Κάποιο αναφέρεται στο 1917, στο 1945, στη δεκαετία του εβδομήντα, και τα υπόλοιπα στη σημερινή εποχή. Την αφορμή για το πρώτο διήγημα την έδωσε η πεθερά μου, όταν κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, στο τζάκι, ανάφερε την αχαρακτήριστη συμπεριφορά ενός λειτουργού του Υψίστου, απέναντι στο νεωκόρο του, (Τεφαρίκι). Μετά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα.
Ερώτηση: Γιατί γράφετε, κύριε Ανωγειάτη;
Απάντηση: Από μια εσωτερική παρόρμηση. Είναι αυτό που πολλές φορές δεν μΆ αφήνει να κοιμηθώ, αν δεν το εξωτερικεύσω και δεν το κάνω κοινό χτήμα. Δεν μΆ αρέσει το καλάμι, γιΆ αυτό άλλωστε προτιμώ τον εκδοτικό οίκο του τόπου μας, την Αδούλωτη Μάνη. Αν τα γραφτά μου αξίζουν, θα μείνουν για πάντα, αλλιώς….
Ερώτηση: Το εξώφυλλο του βιβλίου σας κοσμεί μια φωτογραφία, δική σας πάλι, που απεικονίζει ένα μεγάλο δέντρο με γυμνά κλαδιά. Συμβολίζει κάτι;
Απάντηση: Είναι ένα δέντρο στα Κάτω Διπόταμα, που σΆ εντυπωσιάζει με τον όγκο του. Τα γυμνά κλαδιά συμβολίζουν την αλήθεια, που κι αυτή είναι γυμνή, κι έτσι παρουσιάζεται σΆ αυτό το βιβλίο, αλλά και σε όσα γράψω ακόμα. Έχω ξαναπεί πως δεν μΆ αρέσει ο φερετζές, και πως τα γραπτά μένουν. Τι αξία θα έχουν για τις επόμενες γενιές, αν δεν γράψουμε την αλήθεια; Μόνο γέλιο ή και σιχασιά θα προκαλούν στα παιδιά μας.
Ερώτηση: Δύο διηγήματα είναι αφιερωμένα στους μεγάλους μουσικούς μας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Απάντηση: Αλίμονο! Τι θα ήμασταν χωρίς αυτούς; Έχουν προσφέρει τα μέγιστα, κι έχουν ξανακάνει την Ελλάδα γνωστή σΆ όλο τον κόσμο. Δεν είναι υπερβολή να πω, πως σΆ όποιο δισκοπωλείο του κόσμου βρεθείς, θα δεις να υπάρχουν δίσκοι αυτών των δύο γιγάντων.
Ερώτηση: Τι σκοπό έχει ένα διήγημα;
Απάντηση: Το καλό διήγημα έχει πικρή γεύση. Κάτι σου αφήνει στο τέλος. Τα πιο πολλά τελειώνουν εκεί που δεν το περιμένεις και σΆ αφήνουν να εννοήσεις τη συνέχεια. Είναι δύσκολο να γραφτούν, γιατί σε τρεις – τέσσερις σελίδες πρέπει να διηγηθείς μιαν ολόκληρη ιστορία και να δώσεις το μήνυμά της με απλά και σταράτα λόγια, χωρίς πλεονασμούς.
Ερώτηση: Βλέπω πως είναι ευκολοδιάβαστα.
Απάντηση: Αυτό δεν σημαίνει πως είναι απλή γραφή, κάθε άλλο. ΜΆ αρέσει να καταλαβαίνει ο κόσμος τι θέλω να πω, κι όχι να βασανίζεται με γρίφους και να τα ξαναδιαβάζει, ώσπου να τα καταφέρει. Αν αυτό σε κάνει μεγάλο συγγραφέα, ποτέ μου και γίνω! Πιθανόν κάποιοι να μου κολλήσουν και την ταμπέλα λαϊκιστής, αυτό όμως δεν με απασχολεί.
Ερώτηση: Πόσο καιρό σας παίρνει να γράψετε ένα διήγημα;
Απάντηση: Εξαρτάται. Μπορεί τρεις ώρες, μπορεί και παραπάνω, αλλά αυτό προϋποθέτει ζύμωση της ιδέας. Όταν το μυαλό την έχει επεξεργαστεί, το χέρι πάει από μόνο του. Μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα, το χτένισμα δηλαδή. Πρέπει να κόψεις και να ράψεις, να διορθώσεις τις ασυνταξίες και πολλά άλλα. Το μόνο διήγημα που έγραψα σε δυο ώρες μονάχα, χωρίς να διορθώσω τίποτα, είναι εκείνο που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, «Το παιδί που έστειλε ο θεός»
Ερώτηση: Τι σας ενοχλεί πιο πολύ;
Απάντηση: Πάρα πολλά. Το ότι δεν έχουμε ικανούς πολιτικούς, πάνω απΆ όλα, το ότι κακοποιούμε τη γλώσσα μας, (Αχ βρε παιδιά, μιλήστε Ελληνικά, στην Ελλάδα ζείτε, τι διάολο, δεν αγαπάτε τη χώρα σας; Με τον τρόπο σας, είναι σαν να την παραχωρείτε σε άλλους), το ότι ο σημερινός άνθρωπος απομακρύνεται από την κλασική ανθρωπιστική παιδεία, το ότι ο μισθός μας έχει ψαλιδιστεί αρκετά, κι όπως φαίνεται κανένας δεν αντιδρά, το ότι ψηφίζουμε μια ζωή τους ίδιους και κατά βάση ανίκανους πολιτικούς, το ότι η χώρα μας δεν παράγει σχεδόν τίποτα και εισάγει σχεδόν τα πάντα, το ότι δεν τηρούμε τους νόμους, γιατί νόμοι υπάρχουν, αλλά έχουμε βρει παραθυράκια και τους παρακάμπτουμε, (Καημένε Σωκράτη, θα τρίζουν τα κόκαλά σου!), το ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις πλαισιώνονται από αργυρώνητους δημοσιογράφους, που κάνουν πλύση εγκεφάλου, παρουσιάζοντας το άσπρο μαύρο και το αντίθετο, το ότι δεν σκεπτόμαστε αρκετά, το ότι δεν σκεπτόμαστε οικουμενικά, το ότι δεν σκεπτόμαστε καθόλου…
Ερώτηση: Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Απάντηση: Πρόκειται σύντομα να εκδοθεί κι άλλη συλλογή με διηγήματα, από τις ίδιες εκδόσεις, με τίτλο: «Φορολογία ονείρων»
Ερώτηση: Τι περιμένετε από τους αναγνώστες σας;
Απάντηση: Ένα χαμόγελο κι ένα ειλικρινές σφίξιμο του χεριού, όταν με συναντούν. Θα χαρώ, όταν κάποιοι βρουν και τρωτά και μου τα χτυπήσουν. Έτσι θα καταφέρω να γίνω καλύτερος. Σας ευχαριστώ πολύ.
Δημοσιεύτηκες στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ του Σαββάτου 1 Σεπτεμβρίου

















































