notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Έφυγε ο μπαρμπα - Μιχάλης

slider_image
14-10-2022

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Μια θρυλική μορφή της γειτονιάς μας, του Νέου Κόσμου της Σπάρτης, ο μπαρμπα - Μιχάλης Μιχαλόπουλος του Ιωάννη, έφυγε την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022, ήρεμα και ήσυχα, στα 98 του χρόνια, πλήρης ημερών, σκεπασμένος αγκαλιασμένος από την  αγάπη και την έγνοια των παιδιών του, των εγγονών και των δισεγγονών του.

Με μάνα Μυστριώτισσα και πατέρα Βορειοηπειρώτη, ο μπαρμπα-Μιχάλης, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, στην Αεροπορία,  πήρε ειδικότητα ως χειριστής μηχανημάτων και μάλιστα, όπως έλεγε με καμάρι, υπηρέτησε ως χειριστής  και στην αμερικάνικη βάση αεροπορίας, στη Σούδα της Κρήτης.





Όταν απολύθηκε, όμορφος νέος και με καλή δουλειά, παντρεύτηκε την Κατίνα Μπουνίκου, φτιάξανε ένα ταπεινό, πετρόχτιστο σπιτάκι  με πλάκα στον Νέο Κόσμο, έκαναν κι έναν γιό, τον Γιάννη, και μπήκαν μαζί, χέρι-χέρι, στη στράτα των απλών λαϊκών ανθρώπων, αυτή τη στράτα που είναι στενή και δύσκολη, που έχει, όμως, κρυμμένες ομορφιές, τέτοιες που δεν συναντάνε ποτέ εκείνοι της άλλης στράτας της εύκολης και της πλατιάς.
Μια ζωή κολλημένος στο τιμόνι του γκρέιντερ  και της μπουλντόζας, ο μπαρμπα-Μιχάλης, δεν ήξερε άλλο παρά δουλειά και σπίτι, σπίτι και δουλειά, άντε και κάνα καφέ με τους φίλους, όταν η δουλειά τού έδινε κάποια ανάσα.

Δούλεψε σκληρά και φιλότιμα, πήρε τη σύνταξή του και την ώρα που απολάμβανε το λιόγερμα της ζωής έμεινε μόνος: Η κυρα-Κατίνα βιάστηκε να φύγει πρώτη.  Δεν ξέρω αν  πρόλαβε ποτέ ο μπαρμπα-Μιχάλης να της πει πόσο την αγαπάει, όμως  τον άκουσα με τα ίδια μου τα’ αυτιά, κάποιες φορές, εκεί στην αυλή του, να μιλάει σε μια γατούλα που ερχότανε και του κρατούσε συντροφιά και να της λέει χαρούμενος:
- Έλα ’δω, έλα ’δω… η Κατίνα είσαι;  Έχεις τα ίδια μάτια. Η Κατίνα είσαι.  Έλα ’δω…

Μόνος στο σπίτι, με τη φροντίδα, πια, των παιδιών του, αειθαλής παρά τα χρόνια του, πήγαινε στο καφενείο του ΧΑΤΖΗ για να συναντήσει παλιούς φίλους, έβλεπε τα νέα στην τηλεόραση, καθόταν στην αυλή του και μίλαγε με τη γατούλα, με τους γειτόνους και τους περαστικούς και … «επιθεωρούσε» κάθε μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, το φορτωτή!!!

Γιατί, εκεί, στο κάτω μέρος του σπιτιού του,  ήταν (και είναι) αραγμένος ο τελευταίος φορτωτής, καμάρι και καύχημα, του μπαρμπα-Μιχάλη. Όλη του η έγνοια (ιδιαίτερα μετά το θάνατο της κυρα-Κατίνας) ήταν αυτός ο φορτωτής. Πήγαινε, στεκόταν μπροστά του, τον αγνάντευε από πάνω μέχρι κάτω κι από κάτω μέχρι πάνω, το άγγιζε εδώ  κι εκεί, τον έφερνε ένα- γύρω και … του μιλούσε!!!

Ναι του μιλούσε. Τι του ’λεγε δεν ξέρω, γιατί σταματούσε όταν μ’ έβλεπε κι άρχιζε να μου παινεύει το «μηχανηματάκι», πόσο δυνατό ήτανε, πόσο κανένα άλλο δεν μπορούσε να το παραβγεί, πόσες πολλές και μεγάλες δουλειές είχε βγάλει και πως ποτέ δεν πρόκειται (όσο κι αν του λένε)  να το πουλήσει. Ακόμα κι όταν τα χρόνια έγιναν ασήκωτα στους ώμους του, με την μαγκουρίτσα του ο μπαρμπα-Μιχάλης ξεπρόβαινε από τη γωνία του σπιτιού του, τρεις-τέσσερις-πέντε-έξι (δεν ξέρω πόσες) φορές την ημέρα, για να «μιλήσει» με το φορτωτή του.

Τώρα ο μπαρμπα-Μιχάλης έφυγε. Πήγε να βρει την Κατίνα του. Τα πατζούρια του δεν θα ξανανοίξουν. Η αυλή του θα μείνει έρημη. Οι γείτονες κι οι περαστικοί δεν θα ξανακούσουν τη βροντερή φωνή του κι η γατούλα «η Κατίνα» που τον συντρόφευε θα βαρεθεί και θα φύγει. Και μόνο ο κίτρινος μεγάλος φορτωτής  θα μένει στη θέση του ακίνητος, να διαφεντεύει το έρημο σπίτι, θα θυμάται το τελευταίο αντίο, θα καρτεράει κάθε μέρα τον μπαρμπα-Μιχάλη και θα απορεί που δε φαίνεται να προβαίνει από τη γωνία για να τον «επιθεωρήσει», να τον αγγίξει, να τον καλημερίσει και ν’ ανοίξουνε κουβέντα για τα παλιά.


Καλό ταξίδι μπαρμπα-Μιχάλη.
Να είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.
Θα σε θυμόμαστε όσο ζούμε.

Μια θρυλική μορφή της γειτονιάς μας, του Νέου Κόσμου της Σπάρτης, ο μπαρμπα - Μιχάλης Μιχαλόπουλος του Ιωάννη, έφυγε την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022, ήρεμα και ήσυχα, στα 98 του χρόνια, πλήρης ημερών, σκεπασμένος αγκαλιασμένος από την  αγάπη και την έγνοια των παιδιών του, των εγγονών και των δισεγγονών του.

Με μάνα Μυστριώτισσα και πατέρα Βορειοηπειρώτη, ο μπαρμπα-Μιχάλης, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, στην Αεροπορία,  πήρε ειδικότητα ως χειριστής μηχανημάτων και μάλιστα, όπως έλεγε με καμάρι, υπηρέτησε ως χειριστής  και στην αμερικάνικη βάση αεροπορίας, στη Σούδα της Κρήτης.





Όταν απολύθηκε, όμορφος νέος και με καλή δουλειά, παντρεύτηκε την Κατίνα Μπουνίκου, φτιάξανε ένα ταπεινό, πετρόχτιστο σπιτάκι  με πλάκα στον Νέο Κόσμο, έκαναν κι έναν γιό, τον Γιάννη, και μπήκαν μαζί, χέρι-χέρι, στη στράτα των απλών λαϊκών ανθρώπων, αυτή τη στράτα που είναι στενή και δύσκολη, που έχει, όμως, κρυμμένες ομορφιές, τέτοιες που δεν συναντάνε ποτέ εκείνοι της άλλης στράτας της εύκολης και της πλατιάς.
Μια ζωή κολλημένος στο τιμόνι του γκρέιντερ  και της μπουλντόζας, ο μπαρμπα-Μιχάλης, δεν ήξερε άλλο παρά δουλειά και σπίτι, σπίτι και δουλειά, άντε και κάνα καφέ με τους φίλους, όταν η δουλειά τού έδινε κάποια ανάσα.

Δούλεψε σκληρά και φιλότιμα, πήρε τη σύνταξή του και την ώρα που απολάμβανε το λιόγερμα της ζωής έμεινε μόνος: Η κυρα-Κατίνα βιάστηκε να φύγει πρώτη.  Δεν ξέρω αν  πρόλαβε ποτέ ο μπαρμπα-Μιχάλης να της πει πόσο την αγαπάει, όμως  τον άκουσα με τα ίδια μου τα’ αυτιά, κάποιες φορές, εκεί στην αυλή του, να μιλάει σε μια γατούλα που ερχότανε και του κρατούσε συντροφιά και να της λέει χαρούμενος:
- Έλα ’δω, έλα ’δω… η Κατίνα είσαι;  Έχεις τα ίδια μάτια. Η Κατίνα είσαι.  Έλα ’δω…

Μόνος στο σπίτι, με τη φροντίδα, πια, των παιδιών του, αειθαλής παρά τα χρόνια του, πήγαινε στο καφενείο του ΧΑΤΖΗ για να συναντήσει παλιούς φίλους, έβλεπε τα νέα στην τηλεόραση, καθόταν στην αυλή του και μίλαγε με τη γατούλα, με τους γειτόνους και τους περαστικούς και … «επιθεωρούσε» κάθε μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, το φορτωτή!!!

Γιατί, εκεί, στο κάτω μέρος του σπιτιού του,  ήταν (και είναι) αραγμένος ο τελευταίος φορτωτής, καμάρι και καύχημα, του μπαρμπα-Μιχάλη. Όλη του η έγνοια (ιδιαίτερα μετά το θάνατο της κυρα-Κατίνας) ήταν αυτός ο φορτωτής. Πήγαινε, στεκόταν μπροστά του, τον αγνάντευε από πάνω μέχρι κάτω κι από κάτω μέχρι πάνω, το άγγιζε εδώ  κι εκεί, τον έφερνε ένα- γύρω και … του μιλούσε!!!

Ναι του μιλούσε. Τι του ’λεγε δεν ξέρω, γιατί σταματούσε όταν μ’ έβλεπε κι άρχιζε να μου παινεύει το «μηχανηματάκι», πόσο δυνατό ήτανε, πόσο κανένα άλλο δεν μπορούσε να το παραβγεί, πόσες πολλές και μεγάλες δουλειές είχε βγάλει και πως ποτέ δεν πρόκειται (όσο κι αν του λένε)  να το πουλήσει. Ακόμα κι όταν τα χρόνια έγιναν ασήκωτα στους ώμους του, με την μαγκουρίτσα του ο μπαρμπα-Μιχάλης ξεπρόβαινε από τη γωνία του σπιτιού του, τρεις-τέσσερις-πέντε-έξι (δεν ξέρω πόσες) φορές την ημέρα, για να «μιλήσει» με το φορτωτή του.

Τώρα ο μπαρμπα-Μιχάλης έφυγε. Πήγε να βρει την Κατίνα του. Τα πατζούρια του δεν θα ξανανοίξουν. Η αυλή του θα μείνει έρημη. Οι γείτονες κι οι περαστικοί δεν θα ξανακούσουν τη βροντερή φωνή του κι η γατούλα «η Κατίνα» που τον συντρόφευε θα βαρεθεί και θα φύγει. Και μόνο ο κίτρινος μεγάλος φορτωτής  θα μένει στη θέση του ακίνητος, να διαφεντεύει το έρημο σπίτι, θα θυμάται το τελευταίο αντίο, θα καρτεράει κάθε μέρα τον μπαρμπα-Μιχάλη και θα απορεί που δε φαίνεται να προβαίνει από τη γωνία για να τον «επιθεωρήσει», να τον αγγίξει, να τον καλημερίσει και ν’ ανοίξουνε κουβέντα για τα παλιά.


Καλό ταξίδι μπαρμπα-Μιχάλη.
Να είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.
Θα σε θυμόμαστε όσο ζούμε.

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

Eτικέτες :
images Άρθρα
20-01-2023

Απλή ζωή

images Άρθρα
02-01-2023

Ακούει κανείς;

images Άρθρα
05-12-2022

Ο Ηλίας