notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Οι κλέφτες

slider_image
30-05-2022

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

«Κλείσ’ το παράθυρο… γεμίσαμε κλέφτες» φώναζε η μάνα μου, η κυρα-Παναγιώτα.

Και μην πάει ο νους σας σε κλέφτες πραγματικούς (μόνο απ’ αυτούς δεν κινδύνευε το φτωχικό μας… τι να μας πάρουνε, άλλωστε;). Οι κλέφτες αυτοί που μπαίνανε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα κι απ’ την πόρτα του σπιτιού μας δεν ήτανε άλλοι παρά κάτι παράξενα μαλλιαρά πραγματάκια που στροβιλίζονταν στον αέρα, κάθε Μάη.

Εμείς, τα παιδιά του καιρού εκείνου, τους ξέραμε πολύ καλά τους «κλέφτες», γιατί  τους είχαμε για παιχνίδι, τότε που τα παιχνίδια δεν ήτανε στα μαγαζιά αλλά στην αυλή, στον κήπο, στη γειτονιά, στις αλάνες, στους μπαξέδες…

Πρώτα, βλέπαμε, μόλις ανοίξιαζε, να βγαίνουν κάτι ωραία, λαμπερά, κίτρινα λουλούδια από ένα λάχανο που το μάζευε η μάνα μας τον χειμώνα για να το μαγειρέψει και το ’λεγε αγριοράδικο και πικραλίδα, γιατί, πράγματι, είχε μια πίκρα αυτό το άγριο λάχανο όταν το ’τρωγες, αλλά ήτανε μια πίκρα «γλυκιά» που πήγαινε ταιριαστά με το λάδι, το λεμόνι, το ψάρι και ό,τι άλλο συνοδευτικό είχανε τα βρασμένα χόρτα. Ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, τα ’τρωγε πολύ τα αγριοράδικα και μάλιστα έλεγε της μάνας μου και κράταγε το ζουμί από την κατσαρόλα που έβραζε τις πικραλίδες και του ’ριχνε ο πατέρας μου λεμόνι και έπινε ένα ποτήρι ζουμί κάθε μέρα, γιατί έλεγε ότι είναι φάρμακο.

Αυτά τα κίτρινα λουλούδια της πικραλίδας που στόλιζαν τους Απρίληδες και τους Μάηδες της ελληνικής φύσης, όταν έφτανε η ώρα τους, μαραίνονταν και γίνονταν μια χνουδωτή μπαλίτσα. Όταν φύσαγε, ξεκολλούσε το «μαλλί» από την μπαλίτσα και  αμέτρητα άσπρα, χνουδωτά «αλεξιπτωτάκια» ταξίδευαν στον αέρα έχοντας από κάτω τους ένα σποράκι. Διότι αυτή είναι η Σοφία του Δημιουργού: Για να μην πέσουν όλα τα σποράκια του αγριοράδικου στον ίδιο τόπο, κάτω από το φυτό, τους έδωσε «φτερά» για να ταξιδεύουν μακριά και να διασκορπίζονται παντού, ώστε το φθινόπωρο να φυτρώσουν κι αλλού νέες πικραλίδες, δίνοντας, ταυτόχρονα (ο Δημιουργός) μήνυμα ότι η Ζωή δεν τελειώνει και ο Θάνατος μπορεί να γίνει Ανάσταση και Νέα Ζωή.

Εμείς, λοιπόν, τα παιδιά, είχαμε μάθει, από παράδοση, να παίζουμε με τους «κλέφτες»:

Κόβαμε προσεχτικά ένα χνουδιασμένο κοτσανάκι από το πικροράδικο και ύστερα το φυσάγαμε δυνατά. Τότε οι «κλέφτες» ξεκολλάγανε από το κοτσάνι και σκορπίζονταν στον αέρα, άλλοι ψηλά άλλοι χαμηλά άλλοι δώθε άλλοι κείθε, κι εμείς τους κυνηγάγαμε και παίζαμε μαζί τους  μέχρι να κατακάτσουν στη γη. Και τότε κόβαμε κι άλλα χνουδιασμένα κοτσάνια...κι άλλα… κι άλλα…, μέχρι να βαρεθούμε και να πάμε γι’ άλλα παιχνίδια. Έτσι, χωρίς τότε να το καταλαβαίνουμε, παίρναμε μέρος κι εμείς στο παιχνίδι της Δημιουργίας και της Νέας Ζωής, παίζοντας με τους «κλέφτες».

Γλυκές αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας, που μπορούν να μας ξανακάνουν παιδιά, όταν σήμερα κόβουμε ακόμα (εις ανάμνησιν ή για τα παιδιά και τα εγγόνια μας) χνουδιασμένα άνθη από τις πικραλίδες, τα φυσάμε και βλέπουμε τους κλέφτες να στροβιλίζονται και να μας παίρνουν μαζί τους, ταξιδιώτες στο Χθες.


«Κλείσ’ το παράθυρο… γεμίσαμε κλέφτες» φώναζε η μάνα μου, η κυρα-Παναγιώτα.

Και μην πάει ο νους σας σε κλέφτες πραγματικούς (μόνο απ’ αυτούς δεν κινδύνευε το φτωχικό μας… τι να μας πάρουνε, άλλωστε;). Οι κλέφτες αυτοί που μπαίνανε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα κι απ’ την πόρτα του σπιτιού μας δεν ήτανε άλλοι παρά κάτι παράξενα μαλλιαρά πραγματάκια που στροβιλίζονταν στον αέρα, κάθε Μάη.

Εμείς, τα παιδιά του καιρού εκείνου, τους ξέραμε πολύ καλά τους «κλέφτες», γιατί  τους είχαμε για παιχνίδι, τότε που τα παιχνίδια δεν ήτανε στα μαγαζιά αλλά στην αυλή, στον κήπο, στη γειτονιά, στις αλάνες, στους μπαξέδες…

Πρώτα, βλέπαμε, μόλις ανοίξιαζε, να βγαίνουν κάτι ωραία, λαμπερά, κίτρινα λουλούδια από ένα λάχανο που το μάζευε η μάνα μας τον χειμώνα για να το μαγειρέψει και το ’λεγε αγριοράδικο και πικραλίδα, γιατί, πράγματι, είχε μια πίκρα αυτό το άγριο λάχανο όταν το ’τρωγες, αλλά ήτανε μια πίκρα «γλυκιά» που πήγαινε ταιριαστά με το λάδι, το λεμόνι, το ψάρι και ό,τι άλλο συνοδευτικό είχανε τα βρασμένα χόρτα. Ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, τα ’τρωγε πολύ τα αγριοράδικα και μάλιστα έλεγε της μάνας μου και κράταγε το ζουμί από την κατσαρόλα που έβραζε τις πικραλίδες και του ’ριχνε ο πατέρας μου λεμόνι και έπινε ένα ποτήρι ζουμί κάθε μέρα, γιατί έλεγε ότι είναι φάρμακο.

Αυτά τα κίτρινα λουλούδια της πικραλίδας που στόλιζαν τους Απρίληδες και τους Μάηδες της ελληνικής φύσης, όταν έφτανε η ώρα τους, μαραίνονταν και γίνονταν μια χνουδωτή μπαλίτσα. Όταν φύσαγε, ξεκολλούσε το «μαλλί» από την μπαλίτσα και  αμέτρητα άσπρα, χνουδωτά «αλεξιπτωτάκια» ταξίδευαν στον αέρα έχοντας από κάτω τους ένα σποράκι. Διότι αυτή είναι η Σοφία του Δημιουργού: Για να μην πέσουν όλα τα σποράκια του αγριοράδικου στον ίδιο τόπο, κάτω από το φυτό, τους έδωσε «φτερά» για να ταξιδεύουν μακριά και να διασκορπίζονται παντού, ώστε το φθινόπωρο να φυτρώσουν κι αλλού νέες πικραλίδες, δίνοντας, ταυτόχρονα (ο Δημιουργός) μήνυμα ότι η Ζωή δεν τελειώνει και ο Θάνατος μπορεί να γίνει Ανάσταση και Νέα Ζωή.

Εμείς, λοιπόν, τα παιδιά, είχαμε μάθει, από παράδοση, να παίζουμε με τους «κλέφτες»:

Κόβαμε προσεχτικά ένα χνουδιασμένο κοτσανάκι από το πικροράδικο και ύστερα το φυσάγαμε δυνατά. Τότε οι «κλέφτες» ξεκολλάγανε από το κοτσάνι και σκορπίζονταν στον αέρα, άλλοι ψηλά άλλοι χαμηλά άλλοι δώθε άλλοι κείθε, κι εμείς τους κυνηγάγαμε και παίζαμε μαζί τους  μέχρι να κατακάτσουν στη γη. Και τότε κόβαμε κι άλλα χνουδιασμένα κοτσάνια...κι άλλα… κι άλλα…, μέχρι να βαρεθούμε και να πάμε γι’ άλλα παιχνίδια. Έτσι, χωρίς τότε να το καταλαβαίνουμε, παίρναμε μέρος κι εμείς στο παιχνίδι της Δημιουργίας και της Νέας Ζωής, παίζοντας με τους «κλέφτες».

Γλυκές αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας, που μπορούν να μας ξανακάνουν παιδιά, όταν σήμερα κόβουμε ακόμα (εις ανάμνησιν ή για τα παιδιά και τα εγγόνια μας) χνουδιασμένα άνθη από τις πικραλίδες, τα φυσάμε και βλέπουμε τους κλέφτες να στροβιλίζονται και να μας παίρνουν μαζί τους, ταξιδιώτες στο Χθες.


Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
11-07-2022

Πολιτικά ορφανοί

images Άρθρα
07-07-2022

Γιάννης Τσέρτος

images Άρθρα
30-05-2022

Οι κλέφτες