notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

«Το αντίο στους ξωμάχους»

slider_image
17-12-2021

«Άνδρες που έπιασαν το αλέτρι, το ξινάρι και το πριόνι και με περισσή δύναμη στα χέρια ξαμολήθηκαν στα χωράφια για να δαμάσουν τα χώματα και να κάνουνε τα δέντρα να καρπίσουνε για να ζήσουν τις οικογένειες τους»

Γράφει ο Γιάννης Βαρελλάς

(Ω κι άλλα πολλά θέλαμε να μας πείτε
μα η ώρα πέρασε
μαζί και τα χρόνια
και πρέπει να φύγετε κι εσείς τώρα
δίχως μέρες γιομάτες δυόσμο
δίχως τραγούδια της αυγής των θεριστάδων)

Η λύπη δεν είναι λύπη, ο θάνατος δεν είναι θάνατος όταν εσύ δεν τα βλέπεις έτσι λέει  ο σπουδαίος Γερμανός συγγραφέας Hermann Hesse. Αντίθετα η οδύνη είναι μια υπέροχη μουσική συμπεραίνει. Μια μουσική όμως που δεν μπορείς να ακούσεις μιας και έχεις συνέχεια στα αυτιά σου μια ιδιωτική, επίμονη μουσική που δεν πρόκειται  να παραιτηθείς και που η μουσική της οδύνης δεν δύναται να εναρμονιστεί ποτέ μαζί της.

Η υπέροχη αυτή μουσική της οδύνης συνοδεύει τη ζωή κάποιων ανθρώπων όταν αυτή τελειώνει και όταν νοιώθεται ότι τη βίωσαν σωστά. Υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος ζωής όμως; Με το μαχαίρι στο χέρι, όχι. Με την σκέψη όμως ότι έκανες αυτό που θέλησε βαθιά η ψυχή σου και δεν κινήθηκες «παρά φύσιν» αλλά αντίθετα προστάτεψες την έννοια της ζωής και της συνέχειας αυτής, τότε ασφαλώς και υπάρχει.

Έτσι κάπως και οι ήρωες των αγρών του κάποτε, μαζεύουν σεμνά τα λιγοστά μπογαλάκια τους και τελεύουν αθόρυβα τα τίμια τους μεροκάματα από τον κόσμο τούτο έχοντας καταφέρει να έχουνε ζήσει σωστά.

Άνδρες που έπιασαν το αλέτρι, το ξινάρι και το πριόνι και με περισσή δύναμη στα χέρια ξαμολήθηκαν στα χωράφια για να δαμάσουν τα χώματα και να κάνουνε τα δέντρα να καρπίσουνε για να ζήσουν τις οικογένειες τους.

Άντρες που συνομίλησαν με τον καιρό, τα νερά των βροχών και τα λιοπύρια και πήραν τα μέτρα τους για να προστατευτούν από αυτά ή τα εκμεταλλεύτηκαν για να βοηθήσουνε την σοδειά τους.

Άντρες που έγιναν ένα με τη φύση τελικά μέσω της διαρκής ενασχόλησης μαζί της και σαν τέλειωσε ο χρόνος τους, απλά τράβηξαν τα χώματα και μπήκανε από κάτω τους σαν μια πανεύκολη κίνηση θαρρείς που ΄χαν χίλιες φορές δοκιμάσει.

Το χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών πλην τη πλήρους ταύτισης τους με αυτό που θέλησαν να κάνουν, ήταν το πόσο «αμόρφωτα μορφωμένοι» έζησαν την ζωή τους.

Θαρρείς κι ένας αυτόματος πιλότος ενεργοποιούταν συχνά και τα γράμματα που δεν έμαθαν τα έκαναν να μοιάζουν λειψά μπρός στην ευστροφία των κινήσεων τους. Ένας τρόπος κλαδέματος λ.χ που δεν διδάχτηκαν αλλά γνώρισαν μόνοι τους μέσω της μελέτης και τον σεβασμό της φυσιολογίας των δέντρων, των καιρικών συνθηκών, τη θέση του κτήματος, την καρποφορία ή όχι του δέντρου κατά την χρονιά που πέρασε. Και μπορεί να μην ήξεραν τα γεωπονικά κιτάπια που μιλούν για την αφαίρεση του τάδε βραχίονα με θεωρητική τεκμηρίωση, ωστόσο είχαν ένα πολύ πιο πρακτικό, παραστατικό και ποιητικό εντέλει τρόπο να περιγράφουν τον σωστό κλάδο: Όσο που να περνά άνετα ένα πουλί μες από τα κλαριά. Τι υπέροχος τρόπος στα αλήθεια!

Σε αντιδιαστολή με τη νοθεία των εννοιών και της «θολούρας» των χαρακτηριστικών της εποχής που βιώνουμε, οι άντρες εκείνοι κατοικούσαν απλά και με φυσικό τρόπο μες στις ζωές τους δίχως να νιώθουν την ανάγκη να την δείξουν ή να την παρουσιάσουν με παραπλανητικό τρόπο στους άλλους.

Ο ιδρώτας ήταν ιδρώτας, το ψωμί ήταν ψωμί και το τραπέζι πάντα τραπέζι. Η μέρα ξεκινούσε με σκληρή δουλειά στα χωράφια, φαγητό με την οικογένεια μετά στο σπίτι, μεσημεριανή σιέστα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κάποιες πιο απάλαφρες δουλειές το απόγευμα σχετικές με τη φροντίδα των ζώων και μια βόλτα στην πλατεία το βράδυ για να πεις για το κείνο και για τ΄ άλλο με τους άλλους συγχωριανούς σου. Χωρίς να το καταλάβουν, είχαν αγγίξει τον ορισμό της ευτυχίας κατά κάποιο τρόπο σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ελύτη.. «Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος να ν ήμερος να ναι άκακος, λίγο φαΐ λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ανάσταση».

Ο Άρης Κωνσταντινίδης, ένας εξαίρετος αρχιτέκτονας του περασμένου αιώνα που άφησε βαρύ το στίγμα του στην αρχιτεκτονική του τόπου μας, εστίαζε στην υποχρεωτική παρουσία του φυσικού στοιχείου σε αυτά που έκανε και απέρριπτε συλλήβδην κάθε νεωτερισμό όταν παραβίαζε αυτό τον κανόνα. Ήταν εκείνος που σε μια εποχή παντοκρατορίας του νεοκλασικισμού χαρακτήρισε την Πλάκα ως «την φουστανέλα της Αθήνας» και έβρισκε στοιχεία ανόθευτης ελληνικότητας μόνο στις παλιές προσφυγικές παράγκες.

Αυτό το σχήμα υπηρετούσαν και οι άνθρωποι των αγρών εκείνοι που λέγαμε.

Ήταν φτιαγμένοι να υπηρετούν αυτό που αναδυόταν ως φυσικός κόσμος μέσα τους δίχως πασαλείμματα και περικοκλάδες. Δεν νοιάστηκαν ποτέ ας πούμε για πακέτα διακοπών όχι γιατί δεν είχαν την δύναμη κάποια στιγμή να τα πάρουν, αλλά γιατί κατά έναν άγνωστο όσο και σοφό τρόπο είχαν αποδεχτεί χωρίς να το γνωρίζουν μια βιωματική θέση του τύπου «..όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες..» Καμία αξία δηλαδή σε εκείνα που δεν γίνεται να υπηρετήσουν αυτό που είσαι εσύ, όσο φανταχτερά και να είναι.

«Θα ήθελα να πεθάνω μες στην οικογένεια μου με λιγοστούς φίλους με βαθιά μελαγχολία και με βαθιά υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα» λέει σε κάποια συνέντευξή του ο συγγραφέας Αντώνης Ζέρβας. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί σαν λύγισαν τα χέρια τους από το βάρος της ζωής κι όταν πια τα χρόνια στόλισαν το κεφάλι τους, διάλεξαν τον τρόπο αυτό για να φύγουν. Έχοντας δίπλα τους ανθρώπους που αγάπησαν και τους αγάπησαν κι αυτοί, έδωσαν την ευχή τους στους απογόνους που δημιούργησαν και πίσω τους έμειναν και άφησαν  πια τα χέρια τους ήσυχα και γαληνεμένα για να ανταμώσουνε τον Δημιουργό τους!

*Ο Πάνος Βαρελλάς-πατέρας του γράφοντος-ήταν ένας από τους ανθρώπους των αγρών που μόλις μιλήσαμε. Με στωικότητα και περισσή φροντίδα για τη φαμίλια του, κουβαλά πάντοτε ξύλα και τους ζεσταίνει!

Γράφει ο Γιάννης Βαρελλάς

(Ω κι άλλα πολλά θέλαμε να μας πείτε
μα η ώρα πέρασε
μαζί και τα χρόνια
και πρέπει να φύγετε κι εσείς τώρα
δίχως μέρες γιομάτες δυόσμο
δίχως τραγούδια της αυγής των θεριστάδων)

Η λύπη δεν είναι λύπη, ο θάνατος δεν είναι θάνατος όταν εσύ δεν τα βλέπεις έτσι λέει  ο σπουδαίος Γερμανός συγγραφέας Hermann Hesse. Αντίθετα η οδύνη είναι μια υπέροχη μουσική συμπεραίνει. Μια μουσική όμως που δεν μπορείς να ακούσεις μιας και έχεις συνέχεια στα αυτιά σου μια ιδιωτική, επίμονη μουσική που δεν πρόκειται  να παραιτηθείς και που η μουσική της οδύνης δεν δύναται να εναρμονιστεί ποτέ μαζί της.

Η υπέροχη αυτή μουσική της οδύνης συνοδεύει τη ζωή κάποιων ανθρώπων όταν αυτή τελειώνει και όταν νοιώθεται ότι τη βίωσαν σωστά. Υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος ζωής όμως; Με το μαχαίρι στο χέρι, όχι. Με την σκέψη όμως ότι έκανες αυτό που θέλησε βαθιά η ψυχή σου και δεν κινήθηκες «παρά φύσιν» αλλά αντίθετα προστάτεψες την έννοια της ζωής και της συνέχειας αυτής, τότε ασφαλώς και υπάρχει.

Έτσι κάπως και οι ήρωες των αγρών του κάποτε, μαζεύουν σεμνά τα λιγοστά μπογαλάκια τους και τελεύουν αθόρυβα τα τίμια τους μεροκάματα από τον κόσμο τούτο έχοντας καταφέρει να έχουνε ζήσει σωστά.

Άνδρες που έπιασαν το αλέτρι, το ξινάρι και το πριόνι και με περισσή δύναμη στα χέρια ξαμολήθηκαν στα χωράφια για να δαμάσουν τα χώματα και να κάνουνε τα δέντρα να καρπίσουνε για να ζήσουν τις οικογένειες τους.

Άντρες που συνομίλησαν με τον καιρό, τα νερά των βροχών και τα λιοπύρια και πήραν τα μέτρα τους για να προστατευτούν από αυτά ή τα εκμεταλλεύτηκαν για να βοηθήσουνε την σοδειά τους.

Άντρες που έγιναν ένα με τη φύση τελικά μέσω της διαρκής ενασχόλησης μαζί της και σαν τέλειωσε ο χρόνος τους, απλά τράβηξαν τα χώματα και μπήκανε από κάτω τους σαν μια πανεύκολη κίνηση θαρρείς που ΄χαν χίλιες φορές δοκιμάσει.

Το χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών πλην τη πλήρους ταύτισης τους με αυτό που θέλησαν να κάνουν, ήταν το πόσο «αμόρφωτα μορφωμένοι» έζησαν την ζωή τους.

Θαρρείς κι ένας αυτόματος πιλότος ενεργοποιούταν συχνά και τα γράμματα που δεν έμαθαν τα έκαναν να μοιάζουν λειψά μπρός στην ευστροφία των κινήσεων τους. Ένας τρόπος κλαδέματος λ.χ που δεν διδάχτηκαν αλλά γνώρισαν μόνοι τους μέσω της μελέτης και τον σεβασμό της φυσιολογίας των δέντρων, των καιρικών συνθηκών, τη θέση του κτήματος, την καρποφορία ή όχι του δέντρου κατά την χρονιά που πέρασε. Και μπορεί να μην ήξεραν τα γεωπονικά κιτάπια που μιλούν για την αφαίρεση του τάδε βραχίονα με θεωρητική τεκμηρίωση, ωστόσο είχαν ένα πολύ πιο πρακτικό, παραστατικό και ποιητικό εντέλει τρόπο να περιγράφουν τον σωστό κλάδο: Όσο που να περνά άνετα ένα πουλί μες από τα κλαριά. Τι υπέροχος τρόπος στα αλήθεια!

Σε αντιδιαστολή με τη νοθεία των εννοιών και της «θολούρας» των χαρακτηριστικών της εποχής που βιώνουμε, οι άντρες εκείνοι κατοικούσαν απλά και με φυσικό τρόπο μες στις ζωές τους δίχως να νιώθουν την ανάγκη να την δείξουν ή να την παρουσιάσουν με παραπλανητικό τρόπο στους άλλους.

Ο ιδρώτας ήταν ιδρώτας, το ψωμί ήταν ψωμί και το τραπέζι πάντα τραπέζι. Η μέρα ξεκινούσε με σκληρή δουλειά στα χωράφια, φαγητό με την οικογένεια μετά στο σπίτι, μεσημεριανή σιέστα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κάποιες πιο απάλαφρες δουλειές το απόγευμα σχετικές με τη φροντίδα των ζώων και μια βόλτα στην πλατεία το βράδυ για να πεις για το κείνο και για τ΄ άλλο με τους άλλους συγχωριανούς σου. Χωρίς να το καταλάβουν, είχαν αγγίξει τον ορισμό της ευτυχίας κατά κάποιο τρόπο σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ελύτη.. «Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος να ν ήμερος να ναι άκακος, λίγο φαΐ λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ανάσταση».

Ο Άρης Κωνσταντινίδης, ένας εξαίρετος αρχιτέκτονας του περασμένου αιώνα που άφησε βαρύ το στίγμα του στην αρχιτεκτονική του τόπου μας, εστίαζε στην υποχρεωτική παρουσία του φυσικού στοιχείου σε αυτά που έκανε και απέρριπτε συλλήβδην κάθε νεωτερισμό όταν παραβίαζε αυτό τον κανόνα. Ήταν εκείνος που σε μια εποχή παντοκρατορίας του νεοκλασικισμού χαρακτήρισε την Πλάκα ως «την φουστανέλα της Αθήνας» και έβρισκε στοιχεία ανόθευτης ελληνικότητας μόνο στις παλιές προσφυγικές παράγκες.

Αυτό το σχήμα υπηρετούσαν και οι άνθρωποι των αγρών εκείνοι που λέγαμε.

Ήταν φτιαγμένοι να υπηρετούν αυτό που αναδυόταν ως φυσικός κόσμος μέσα τους δίχως πασαλείμματα και περικοκλάδες. Δεν νοιάστηκαν ποτέ ας πούμε για πακέτα διακοπών όχι γιατί δεν είχαν την δύναμη κάποια στιγμή να τα πάρουν, αλλά γιατί κατά έναν άγνωστο όσο και σοφό τρόπο είχαν αποδεχτεί χωρίς να το γνωρίζουν μια βιωματική θέση του τύπου «..όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες..» Καμία αξία δηλαδή σε εκείνα που δεν γίνεται να υπηρετήσουν αυτό που είσαι εσύ, όσο φανταχτερά και να είναι.

«Θα ήθελα να πεθάνω μες στην οικογένεια μου με λιγοστούς φίλους με βαθιά μελαγχολία και με βαθιά υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα» λέει σε κάποια συνέντευξή του ο συγγραφέας Αντώνης Ζέρβας. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί σαν λύγισαν τα χέρια τους από το βάρος της ζωής κι όταν πια τα χρόνια στόλισαν το κεφάλι τους, διάλεξαν τον τρόπο αυτό για να φύγουν. Έχοντας δίπλα τους ανθρώπους που αγάπησαν και τους αγάπησαν κι αυτοί, έδωσαν την ευχή τους στους απογόνους που δημιούργησαν και πίσω τους έμειναν και άφησαν  πια τα χέρια τους ήσυχα και γαληνεμένα για να ανταμώσουνε τον Δημιουργό τους!

*Ο Πάνος Βαρελλάς-πατέρας του γράφοντος-ήταν ένας από τους ανθρώπους των αγρών που μόλις μιλήσαμε. Με στωικότητα και περισσή φροντίδα για τη φαμίλια του, κουβαλά πάντοτε ξύλα και τους ζεσταίνει!

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
17-05-2022

Ντόκτορ Νικόλας

images Άρθρα
09-05-2022

Η Μάνα

images Άρθρα
18-04-2022

Μνήμες Επιτάφιου