Γράφει η Μάρθα Ι. Ηλιοπούλου
Ειδική Παιδαγωγός/Φιλόλογος
MA Special Education/B.T.E.C Edexcel
Μέλος Πανελλήνιας Ένωσης Ειδικών Παιδαγωγών

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αυτισμού (2 Απριλίου)

«Είχα αποφασίσει να πάω ένα ταξίδι στην Ιταλία. Ετοίμασα τα πάντα με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό… μπήκα στο αεροπλάνο, κατέβηκα ενθουσιασμένη από το αεροπλάνο, όταν ξαφνικά αντίκρισα μία άλλη χώρα, με διαφορετικά χρώματα και κτίρια από ό,τι είχα φανταστεί…»

Τα συναισθήματα που βιώνεις με την είσοδο σε μια χώρα, διαφορετική από αυτή που φανταζόσουν και ονειρευόσουν, έχουν αναλογίες με τα συναισθήματα που νιώθουν οι γονείς με την ανακοίνωση μιας διάγνωσης αυτισμού. Η άγνοια, η ημιμάθεια, ο φόβος για τυχόν στιγματισμό προκαλούν τρόμο στους γονείς και συχνά άρνηση του προβλήματος, ειδικά στην αρχή. Δικαιολογημένα ως έναν βαθμό, βέβαια, γιατί οι ταμπέλες και ο στιγματισμός δεν αρέσουν σε κανέναν από εμάς. Όμως, ο σαφής προσδιορισμός, η καταγραφή και μελέτη της διαταραχής, στην οποία εντάσσεται ένα παιδί/έφηβος, είναι διαδικασίες απολύτως απαραίτητες και χρήσιμες για τη σωστή και αποτελεσματική αντιμετώπιση  οποιουδήποτε προβλήματος.

Η διάγνωση απαιτεί άμεση παρατήρηση της συμπεριφοράς, καθώς και ένα αναλυτικό αναπτυξιακό ιστορικό από την παιδική ηλικία. Απαιτείται  προσεκτική διαγνωστική διαδικασία από εξειδικευμένους ιατρούς και κλινικές ομάδες θεραπευτών.

Χωρίς μια σωστή και έγκαιρη διάγνωση, τα παιδιά με διαταραχές αυτιστικού φάσματος ενδέχεται να καταδικαστούν σε μια ζωή με ανεπαρκή πρόνοια και χωρίς αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών τους. Όσον αφορά τους ενήλικες, μια σωστή και σαφής διάγνωση είναι συχνά επιθυμητή, με σκοπό να εξηγήσει, γιατί είναι μια συμπεριφορά αινιγματική και παράξενη (Schopler,1992).

 Ο σκοπός της διάγνωσης είναι:
- Να βοηθήσει στη γνώση και κατανόηση  των προβλημάτων.
- Να παρέχει κατευθυντήριες οδηγίες σε δασκάλους, γονείς και άλλους, που αφορούν την κατάσταση του παιδιού και τις σχετικές συνέπειες αυτής.
- Να προτείνει τρόπους αποτελεσματικού χειρισμού και εκπαιδευτικές στρατηγικές (Νότας,2005).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι όσο νωρίτερα πραγματοποιηθεί μια έγκυρη διάγνωση, τόσο περισσότερο θα ωφεληθεί και το παιδί, αλλά και η οικογένεια και το περιβάλλον του. Κι αυτό, γιατί μόνο εάν γνωρίζουμε την αληθινή φύση του προβλήματος και το αποδεχτούμε, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές παρέμβασης. Είναι σημαντικό για την οικογένεια να λάβει από νωρίς υποστήριξη από κάποιον ειδικό, και για να μειώσει το ενδοοικογενειακό άγχος, αλλά και για να μειώσει την πιθανότητα εδραίωσης της προβληματικής συμπεριφοράς του παιδιού (Νότας,2005). Εάν, εδραιωθεί μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί καθώς το παιδί μεγαλώνει.

H ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η εντατική πρόωρη παρέμβαση στα εκπαιδευτικά πλαίσια έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των επιδόσεων στα περισσότερα μικρά αυτιστικά παιδιά. Έχουν παρατηρηθεί σημαντικές βελτιώσεις στην αναπτυξιακή πρόοδο και τη γνωστική ικανότητα και βελτίωση της τάξεως του 75% στον λόγο.

Επιβάλλεται, λοιπόν, ο αρχικός φόβος, ο πανικός, το άγχος, η άρνηση να δώσουν τη θέση τους, στη γνώση, στην κατανόηση, στην αποδοχή, στην ψύχραιμη και σωστή αντιμετώπιση  της κατάστασης.