Πόρτολας: Ψυχολογία και Οικονομική κρίση, η συμμόρφωση της κοινωνίας μας στις «αυθεντίες» που μας κοροϊδεύουν

01/03/2013

  • Εκτύπωση
  • Σμίκρυνση
  • Επαναφορά
  • Μεγέθυνση
Μεγέθυνση εικόνας
«Ο χωρίς σκέψη σεβασμός στην εξουσία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας»
(Albert Einstein)

Καθημερινά γινόμαστε κοινωνοί φαινομένων ενδοτικότητας (μία από τις τρεις διαδικασίες του φαινομένου της Κοινωνικής επιρροής) των απλών ανθρώπων στο λόγο κάθε είδους «ειδικών». Οικονομολόγους που μας εξηγούν γιατί οφείλουμε να δεχτούμε νέες περικοπές, τεχνοκράτες που μας καλούν να δεχτούμε νέους φόρους, νομοθέτες που μας εξηγούν την ανάγκη να μειωθεί η ελευθερία μας προκειμένου να «προστατευθούμε» από κάποιον (αόρατο συνήθως, αλλά πάντα τρομακτικό) εχθρό, επιδημιολόγους που μας προτρέπουν να εμβολιαστούμε γιατί κινδυνεύουμε από κάποιο νέο θανατηφόρο ιό (αλλά δεν μας μιλούν για τα δικά τους κέρδη, ως υπαλλήλων των διαφόρων πολυεθνικών ή για τις αρνητικές συνέπειες των, και καλά σωτήριων, εμβολίων που έχουν επιλέξει «για το καλό μας»), πολιτικούς που μας πείθουν να τους ψηφίσουμε γιατί αυτοί αγωνίζονται για μας, και αυτοί, και μόνο αυτοί, είναι ικανοί να μας οδηγήσουν έξω από το βάλτο που βρισκόμαστε (άσχετα αν οι δικές τους αποφάσεις και παιχνίδια εξουσίας και κέρδους μας οδήγησαν εκεί).

Γιατί ο κοσμάκης δεν καταλαβαίνει πως τον καθοδηγούν κάποια κέντρα εξουσίας στα μονοπάτια που αυτά θέλουν και ποιοι είναι οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούν οι ειδικοί της Κοινωνικής Επιρροής; Τι είναι η ενδοτικότητα;

Ξεκινώντας από το δεύτερο ερώτημα, θα αναφέρω, εν τάχει, ότι οι διαδικασίες της Κοινωνικής επιρροής κατά κάποιους επιστήμονες, π.χ. Kelman (1958), είναι τρεις: Η «ενδοτικότητα», η «ταύτιση» και η «εσωτερίκευση» και αναδύονται κάτω από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Από αυτές, αντικείμενο της επικοινωνίας μας αυτής θα είναι η πρώτη, η ενδοτικότητα.

Η ενδοτικότητα χαρακτηρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η κοινωνική συμμόρφωση αναλαμβάνει έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο. Έτσι, επιτρέπει στα κοινωνικά υποκείμενα να επιδιώξουν και να κερδίσουν την επιδοκιμασία της ομάδας αναφοράς ή να αποφύγουν, ή έστω να ελαττώσουν, τις δυσάρεστες συνέπειες του πιθανού αντικομφορμισμού τους. Με απλά λόγια, τα άτομα στην περίπτωση της ενδοτικότητας εξασφαλίζουν μια θετική γι’ αυτούς διευθέτηση των σχέσεών τους με την πηγή της επιρροής (συνήθως και φερόμενη ως πηγή εξουσίας). Κι αυτό διότι η διαδικασία αυτή της κοινωνικής επιρροής εμφανίζεται κάτω από συνθήκες όπου η επιρροή βασίζεται πάνω σε σχέσεις εξουσίας και όταν τα υποκείμενα είναι «ορατά» (με την ευρύτερη έννοια) από την πηγή, δηλαδή, όταν αυτή η τελευταία ασκεί πάνω τους έναν αληθινό κοινωνικό έλεγχο.

Το τι θεωρείται τώρα εξουσία και ποιοι εκλαμβάνονται ως φορείς της είναι ένα μεγάλο θέμα και χωράει πολλή κουβέντα. Γενικά, η αναγνώριση κάποιων ως φορέων εξουσίας έγκειται τόσο σε εσωτερικευμένους μηχανισμούς διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ατόμου, όσο και στην εκπαίδευσή του. Κι αυτό γιατί όσο και να θέλουμε να αγνοήσουμε το ρόλο της εκπαίδευσης στην κατασκευή υπηκόων, αρκεί να αναλογιστούμε το απλό γεγονός ότι ακόμα και οι συνήθειες μας δημιουργούνται, ως ένα βαθμό, από πληροφορίες που λαμβάνουμε από την τρυφερή παιδική ηλικία, όταν από τα χέρια των γονέων μας παραδιδόμαστε στην αγκαλιά των κάθε λογής «παιδαγωγών» (ακόμα και η τηλεόραση μπορεί να θεωρηθεί παιδαγωγικό μέσο). Παιδαγωγών που έχουν εκπαιδευτεί, ομολογουμένως πολλές φορές άθελά τους, στο να νουθετούν και να κατευθύνουν τη σκέψη και μετά τις πράξεις των «μαθητών» τους. Έτσι, μαθαίνουμε ότι κάποιοι είναι οι «ειδικοί» και οφείλουμε να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας, και χωρίς δεύτερη σκέψη, το λόγο τους, άσχετα εάν αυτός πολλές φορές αποσκοπεί στην αποβλάκωση και εύκολο χειρισμό μας. Καταλήγουμε λοιπόν, να μιλάμε για Αυθεντίες σε κάποιο θέμα, και η Κοινωνική Ψυχολογία για μια κοινωνιοψυχολογική ερμηνεία και τακτική της κοινωνικής ενδοτικότητας, την αρχή της αυθεντίας.

Αρκετοί επιστήμονες της συμπεριφοράς [Aronson, Turner και Carlsmith (1963), Milgram (1974), Kelman (1958), Cialdini (1987) κ.ά.] κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσοι κατέχουν υψηλή κοινωνική θέση, έχουν αναγνωρισμένο ταλέντο, μεγάλο πλούτο, αναγνωρισιμότητα λόγω π.χ. συχνών τηλεοπτικών εμφανίσεων, είναι σε θέση να ασκούν επιρροή κατά το δοκούν, καθώς οι απόψεις τους προσλαμβάνουν μεγαλύτερη (απ’ όσο θα έπρεπε) αξία και θεωρούνται ότι (οι απόψεις τους) είναι απόρροια μιας ανώτερης πληροφόρησης ή/και εξουσίας. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι έχουν ανακηρυχθεί από τους κρατούντες την εξουσία ως ειδικοί αλλά και γιατί ελέγχουν τις επιβραβεύσεις και τις ποινές μας.

Σύμφωνα λοιπόν με την αρχή της αυθεντίας, η ενδοτικότητα είναι άμεση συνάρτηση του νόμιμου (;) κύρους της πηγής επιρροής. Τα πειράματα που έγιναν για να επαληθεύσουν την καθοριστική παρέμβαση της αυθεντίας στα φαινόμενα κοινωνικής συμμόρφωσης ανέδειξαν τον πρακτικό χαρακτήρα των ευρημάτων τους. Για παράδειγμα αρκούσε σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη να αναφέρει ο συνομιλητής του τηλεφωνικού δείγματος (που το αποτελούσαν νοσοκόμες) ότι είναι ο «Δρ. τάδε» για να προκαλέσει σημαντικότατη αύξηση της ενδοτικότητάς τους (π.χ. να ακολουθήσουν τις εντολές του). Βέβαια, δεν τις απασχόλησε διόλου ότι το Δρ. σημαίνει Διδάκτωρ σε χίλιες δυό επιστήμες, από τη θεολογία έως την ιστορία της τέχνης, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την ιατρική. Όμως οι νοσοκόμες ήταν συνηθισμένες να δέχονται διαταγές από άτομα που έφεραν τον τίτλο Δρ. (άσχετα εάν πολλοί γιατροί δεν μπορούν να φέρουν τον τίτλο Δρ. εάν δεν είναι κάτοχοι Διδακτορικού τίτλου) ώστε δεν κάθησαν στιγμή να σκεφτούν εάν ο συνομιλητής τους ήταν πράγματι γιατρός…

Ένα δεύτερο πείραμα αναδεικνύει την επιρροή ενός καλοντυμένου κυρίου σε αντιπαράθεση με κάποιον πιο καθημερινά ντυμένο. Ο «κουστουμαρισμένος» κυριούλης προκαλούσε μεγαλύτερη ενδοτικότητα από αυτόν που δε διακρίνεται για την αυστηρή του κομψότητα.

Άλλο πείραμα με πιο εμφανή αποτελέσματα είναι αυτό ενός ενστόλου (αστυνομικός, στρατιωτικός, σεκιουριτάς, ιερωμένος, κλόουν κλπ) σε σχέση με έναν πολιτικά ενδεδυμένο. Κι εδώ η δυνατότητα κοινωνικής επιρροής είναι πολλαπλάσια στην πρώτη περίπτωση, αυτή του ένστολου.

Στη δυτική κοινωνία, έχει αποδειχθεί ότι το καλοραμμένο σκούρο κοστούμι χρησιμοποιείται σαν «στολή» και πλασάρεται σαν ένδειξη πετυχημένης επιχειρηματικής ή άλλης σταδιοδρομίας, γι’ αυτό χρησιμοποιείται κατά κόρον από πωλητές, πολιτικούς και λοιπούς απατεώνες κάθε είδους που αποσκοπούν να πείθουν τους αδαείς και να τους χρησιμοποιούν για το προσωπικό τους συμφέρον.

Με απλά λόγια, εκπαιδευτήκαμε να αναγνωρίζουμε σαν ειδικούς, σπουδαίους και καθοδηγητές της ζωής μας όσους φορούν στολές, κοστουμάκια, έχουν μια θέση με αναγνώριση και κάποιους τίτλους, ακόμα και εάν αυτοί οι τίτλοι είναι τίτλοι ομορφιάς και οι κάτοχοί τους μιλούν για οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά ή άλλα θέματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη ζωή μας. Τηλεοπτικές «κατίνες», αποτυχημένοι πολιτικοί, «λαμόγια» που έφτασαν τη χώρα μας στο γκρεμό, παιδάκια χωμένων στη διαφθορά αλλά με κάποιο κοινωνικό άλλοθι επιστημονικότητας και θέση ειδικού «παρατρεχάμενου» και κουβαλητή της τσάντας του «γ.γ. μαλ…ιας», γίνονται φορείς επιρροής και οδηγούν μάζες α-νόητων πολιτών στην κοινωνική, κατά το δοκούν, συμμόρφωση και ενδοτικότητα. Αυτό έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα του σήμερα το αποτέλεσμα όλοι να έχουν γίνει ειδικοί για τα πάντα, και κάποιοι άλλοι να συμφωνούν χωρίς δεύτερη σκέψη με τα λεγόμενά τους, να επηρεάζονται και να ακολουθούν τις συμβουλές τους χωρίς να αναρωτιούνται γιατί κάποιος τους συμβουλεύει να πράξουν αντίθετα από το ατομικό τους συμφέρον και τι αποτέλεσμα θα έχει η επιπολαιότητά τους μακροπρόθεσμα στη ζωή των ίδιων και των παιδιών τους…


Νίκος Πόρτολας
Αξιωματικός Π.Ν. ε.α. - Ψυχολόγος,
MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας,  PhD Κοινωνικής Ψυχολογίας


Δείτε επίσης
loading...

Δείτεπερισσότερα