Παναγιωτης Ποταγός - Από την Πελοπόννησο στις εσχατιές της γης

20/01/2017

  • Εκτύπωση
  • Σμίκρυνση
  • Επαναφορά
  • Μεγέθυνση
Μεγέθυνση εικόνας
Ο διάσημος περιηγητής Παναγιώτης Π. Ποταγός γεννήθηκε στη Βυτίνα το 1838. Ο πατέρας του ήταν διοικητικός υπάλληλος, μα όταν ο Παναγιώτης ήταν ακόμη αβάπτιστο μωρό φονεύτηκε κατά την καταδίωξη της συμμορίας Κατσαβού. Η μητέρα του, νέα ακόμη, ξαναπαντρεύτηκε τον Αθ. Κανδρή από τη Στεμνίτσα, με τον οποίον απέκτησε επτά παιδιά και συγκεκριμένα το Νικόλαο (φαρμακοποιό), τον Ιωάννη (ιατρό), το Χρίστο (χρηματιστή), την Ελένη Ροΐλου, τη Δουδού Λαμπρινοπούλου, την Ελπινίκη Παπαγιαννοπούλου και την Ερασμία Κουσουρέλη.

Ο Παναγιώτης μαθήτευσε στο Γυμνάσιο Τριπόλεως, ύστερα για δύο χρόνια σπούδασε στη Νομική και κατόπιν μετεγγράφηκε στην Ιατρική, ανακηρυσσόμενος διδάκτορας με άριστα, ενώ βραβεύτηκε και στο Μαυροκορδάτειο Διαγωνισμό. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι, όπου υπό την υψηλή προστασία της πριγκίπισσας Καρατζά συμπλήρωσε τις σπουδές του.

Ριψοκίνδυνος και συνάμα αλτρουιστής, όταν επιδημία χολέρας ξέσπασε στο Παρίσι, ενώ οι συνάδελφοι του έφυγαν, εκείνος παρέμεινε στο νοσοκομείο περιθάλποντας τους ασθενείς, κάτι που οδήγησε τη γαλλική κυβέρνηση να τον ευχαριστήσει επισήμως.

Πνεύμα ιδιαιτέρως ανήσυχο, θέλησε να περιηγηθεί την οικουμένη, για να επισκεφθεί, μελετήσει και περιγράψει άγνωστες χώρες και λαούς. Έτσι, χωρίς καμία κυβερνητική ή ιδιωτική αρωγή ξεκίνησε τις περιηγήσεις του το 1867, οι οποίες και συνεχίστηκαν για 15 χρόνια καθιστώντας τον, τον μεγαλύτερο Έλληνα εξερευνητή της εποχής. Ξεκινώντας από τη Συρία, πήγε στη Μεσοποταμία, την Περσία, το Αφγανιστάν, τα χανάτα της μέσης Ασίας μετά των Ιμαλαΐων και δια της Γοβαϊκής Ερήμου, της Σινικής Ταταρίας και της Μογγολίας κατέληξε στην Ανατολική Σιβηρία, διασχίζοντας έτσι το μεγαλύτερο πλάτος της ηπείρου αυτής, όπως βεβαίωσε και η Γεωγραφική Εταιρεία των Παρισίων. Κατόπιν, πήγε σε Πετρούπολη και Οδησσό για να πλεύσει μετά στην Αίγυπτο, περιηγούμενος την Αραβία, τις Ινδίες και το Αφγανιστάν. Επιστρέφοντας στη Νειλοχώρα, ξεκίνησε για τα ενδότερα της αφρικανικής ηπείρου, φθάνοντας προς τις χώρες του ισημερινού, πολύ μακρύτερα απ΄ όπου είχε πάει προηγουμένως ο Schweinfurth, εισδύοντας έτσι στην τροπική Αφρική. Ήταν μάλιστα ο πρώτος λευκός που έφτασε σε ορισμένες περιοχές του Κονγκό.

Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο έστειλε έκθεση με τα πορίσματα του στην ελληνική κυβέρνηση και μάλιστα σώζεται επιστολή του από την Τάντα με ημερομηνία 19/10/1878, στην οποία παρακαλεί τον διπλωματικό πράκτορα Ν. Δραγούμη να στείλει γρήγορα την έκθεση του, ¨διότι αι ανακαλύψεις, βραδύνουσαι να δημοσιευθώσιν όχι μόνον μαραίνονται, αλλά και εκμεταλλεύονται πως υπ΄ άλλων¨.

Καθόλη τη διάρκεια των ταξιδιών του δεν έπαυσε να στέλνει σε μουσεία και συλλογές του ελληνικού πανεπιστημίου μέταλλα, νομίσματα, φυτά, καρπούς και άλλα φυσιογραφικά και ανθρωπολογικά αντικείμενα από διάφορους τόπους. Και παρότι δεν έκανε επιστημονικές μετρήσεις και παρατηρήσεις, εν τούτοις το σύνολο της εργασίας του αναγνωρίστηκε από τους σοφούς της Ευρώπης.

Ενώ θα μπορούσε να κερδίσει πολλά χρήματα εκδίδοντας στο εξωτερικό τα των περιηγήσεων του, προτίμησε να το κάνει στην Ελλάδα. Αλλά όταν το 1883 επισκέφθηκε την Αθήνα, μόλις και μπόρεσε με την αρωγή του Πανεπιστημίου να εκδώσει τον πρώτο 700σέλιδο τόμο της ¨Περίληψης Περιηγήσεων Ποταγού¨, μοναδικό ίσως στο είδος του έργο της ελληνικής γραμματολογίας. Έτσι, αφού προσέκρουσε στην αδιαφορία των Ελλήνων ιθυνόντων, την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον κόσμο των γραμμάτων και των επιστημών, με τον ευρωπαϊκό Τύπο να πλέκει το εγκώμιο του, ενώ τα συγγράμματα του, μεταφρασθέντα στα γαλλικά από σημαντικούς μεταφραστές, έγιναν ανάρπαστα.

Παρόλα αυτά η έπαρση δεν τον επισκέφθηκε ποτέ. Ήταν δε τέτοια η μετριοφροσύνη και η φιλοπατρία του, που όταν ο Βασιλιάς του Βελγίου τον κάλεσε τιμής ένεκεν να υπογράψει στη Χρυσή Βίβλο των περιηγητών, εκείνος αρκέστηκε να γράφει δύο λέξεις: ¨Εις Έλλην¨.

Μα όλα αυτά τα μεγαλεία, οι έπαινοι και οι τιμητικές εκδηλώσεις τον κούραζαν. Έτσι, απλά αποσύρθηκε, ως κάποιος άγνωστος και αφανής, στην εξοχή της Κέρκυρας, συνεχίζοντας τη μελέτη και τη συγγραφή, ενώ το πάθος του για περιηγήσεις το σίγαζε με θαλασσοπλοΐες και εκδρομές στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπου και επισκέφθηκε την έκθεση του Σικάγο και το Νιαγάρα.

Εκεί στην Κέρκυρα, σκληραγωγημένος από τα ταξίδια του, ζούσε βίο ολιγαρκή και λιτό, πίνοντας πολλές φορές μόνο γάλα και κοιμώμενος στο γυμνό έδαφος. Όταν δε επισκεπτόταν ως ιατρός απόρους ασθενείς, όχι μόνο δεν αμειβόταν, αλλά τους προσέφερε και τα απαραίτητα φάρμακα.

Έτσι, ενώ θα μπορούσε να ζήσει μέσα στα πλούτη, πέθανε σχεδόν πένης το 1903 στο γραφικό κερκυραϊκό χωριουδάκι Νύμφες της επαρχίας Όρους, με τη μνήμη του όμως να παραμένει αθάνατη στους κύκλους της γεωγραφικής επιστήμης. Παράλληλα, άφησε πίσω του πολλά ανέκδοτα συγγράμματα, στα οποία περιέγραφε τα ήθη και τα έθιμα διαφόρων λαών της Ασίας και της Αφρικής, ενώ είχε γράψει και σημαντικές πραγματείες τόσο για την Κέρκυρα, την οποία είχε περιέλθει και μελετήσει, όσο και για την Ηπειροθεσσαλία.
 
Πηγές: ¨Ημερολόγιο Σκόκου¨, Αθήνα 1904, σ.σ. 95-100 - Μ. Γιαλουράκης ¨Η Αίγυπτος των Ελλήνων¨, Αθήνα 1967, σ. 478
 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Δείτεπερισσότερα