Βαρελλάς: Πού πάμε λοιπόν;

25/11/2016

  • Εκτύπωση
  • Σμίκρυνση
  • Επαναφορά
  • Μεγέθυνση
Μεγέθυνση εικόνας
Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικονομικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν τις κρίσεις συνειδήσεως.
Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.

Μάριος Χάκκας.

Μιας και μπήκαμε -πριν ακόμη ο Νοέμβρης μαζέψει τα μπογαλάκια του και μας την κάνει για αλλού- σε μια ακόμη εορταστική περίοδο με λαμπιόνια και ψώνια για χαρούμενα χρόνια, σκόπιμο θα ήταν να κάτσουμε μια στιγμή να σκεφτούμε κατά πόσο τελικά είμαστε εμείς που πραγματικά ζητάμε όλα αυτά ή κατά πόσο έχουμε αφεθεί στο αόρατο χέρι της αγοράς που μας έχει φορέσει για τα καλά την λαιμαριά του δεσποτισμού της.

Θα ξεπροβάλουν και πάλι, ως είθισται πλέον, οι δυστυχείς γέροντες που δείχνοντας τις αδειανές, Κατρούγκαλες τσέπες τους, θα κλαψουρίζουν για τα δώρα που δεν θα μπορέσουν για μια ακόμη χρονιά να προσφέρουν στα τρυφερά εγγονάκια τους(την ίδια στιγμή που αυτά θα  εντρυφούν, ανατριχιαστικά απαθή, στον αδυσώπητο κόσμο των κινητών και του ίντερνετ), νοικοκυράδες με της μιας δραχμής τα κρεατικά να κραδαίνουν τις τσάντες τους μπρος στις ψυχοπονιάρικες τηλεοπτικές κάμερες, κόσμος να πηγαίνει και να ΄ρχεται, ησυχία να μην υπάρχει, αγχολυτικά χάπια μετά, μαγαζιά με ορμήνειες για ψυχική υγεία, φόβος, μοναξιά, αδειανά αισθήματα πίσω
απ΄ το κρύο τζάμι του βαθύτερου εαυτού του καθένα.

Φτιάξαμε ένα νέο έπος με ομόλογα και ρέπος όπως λέει κι ο Τζιμάκος Πανούσης και τώρα, αιφνιδίως ανακαλύπτουμε, ότι τελικά την πατήσαμε άσχημα. Εγκλωβιστήκαμε μες σε ζωτικό χώρο μια σταλιά, έχοντας να παλεύουμε χωρίς αναπνοή με την Λερναία Ύδρα των επίπλαστων αναγκών μας.

Ένα χάδι και μια ευχή από τον παππού στο εγγόνι, ήταν και θα είναι πάντοτε το καλύτερο δώρο όπως κι ένα τραπέζι με καλεσμένους όλους τους επίσημους της ζωής μας, ασχέτως της ποσότητας ή της ποικιλίας των εδεσμάτων.

Εν τέλει βρε αδερφέ, δεν παίζονται όλα με οικονομικούς όρους ούτε τα πάντα φέρουν  χαρτιά περιτυλίγματος που πρέπει να τα σκίσεις με μανία για να ανακαλύψεις το ενδιαφέρον του άλλου.

«Ντενεκεδένια, δούρεια δώρα της οικειότητας» τα ΄λεγε όλα αυτά ο Γιάννης Βαρβέρης.

Η ζωή, όσο κι αν μοιάζει να μετριέται σήμερα στη γραμμή παραγωγής του νέου κόσμου, διατηρεί ωστόσο ακέραια την ιερότητα της και θα εξακολουθεί να την διατηρεί όσο ο καθείς διαπιστώνει πως έχει να επενδύσει και σε πολλά άλλα πράγματα, πλην του φύσει ελλειμματικού εαυτού του.

Η εποχή του ξέφρενου ατομικισμού που οδήγησε στην αφυδάτωση της ζωής νοσεί ήδη βαριά κι αυτό όχι γιατί δεν μας βγήκε στο ζύγι της αγοράς, αλλά γιατί ο άνθρωπος πιάστηκε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι στη σκακιέρα χωρίς ίχνος πνευματικής, συναισθηματικής και δραματικής πυκνότητας.

Το ερώτημα «Πού πάμε λοιπόν» μοιάζει να στέκει  ακόμη πιο επιτακτικό  όσο και χρονικά αμετάθετο.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΕΛΛΑΣ

Δείτεπερισσότερα